Search

Αλλαγή πλεύσης…λόγω κρίσης

264

Για ένα νέο μαζικό κύμα φυγής στο εξωτερικό, μια «νέα μεγάλη μετανάστευση», μιλούν πολλοί, εδώ και καιρό, στην Ελλάδα. Κάνουν μάλιστα λόγο για επιστροφή στα «πέτρινα χρόνια» του ’50 και του ’60, συναντώντας όμως πολλές φωνές αμφισβήτησης.
Σήμερα, ο Έλληνας δε μεταναστεύει για να πλύνει πιάτα στην Αστόρια ή να πάει στις φάμπρικες της Γερμανίας και στις στοές του Βελγίου. Το προφίλ του Έλληνα μετανάστη έχει αλλάξει. Οι Έλληνες στην πλειοψηφία τους, μεταναστεύουν αναζητώντας καλύτερες θέσεις εργασίας, επαγγελματικές ευκαιρίες, καλύτερους μισθούς και καλύτερη ποιότητα ζωής. Η μετανάστευση στις ημέρες μας είναι επιλογή και όχι ανάγκη.
Άνθρωποι που επέλεξαν τη διεθνή ή την εσωτερική μετανάστευση, αλλά και άνθρωποι που αναζητούν νέους επαγγελματικούς ορίζοντες, μίλησαν στις Δέσποινα Μπαρδάκου, Πανδώρα Παφίλη, Χριστιάννα Κούσιου, Ελευθερία Κουμάντου, Κωνσταντίνα Βρεττού και Μαρία Παύλου, για τον αγώνα τους να επιβιώσουν της οικονομικής κρίσης. Η έρευνα παρουσιάζεται αυτή την εβδομάδα στην εκπομπή «Αθήνα Σήμερα», με τη Νόνη Καραγιάννη, καθημερινά, 10.00 με 12.00.
Η οικονομική κρίση στέλνει χιλιάδες νέους στο εξωτερικό. Χαρακτηριστικό είναι ότι μόνο το 2011 συμπληρώθηκαν 98.000 βιογραφικά για δουλειές στο εξωτερικό, σύμφωνα με στοιχεία της Ευρωπαϊκής πύλης Europass.
Ο αντίστοιχος αριθμός ήταν : 53.043 το 2010, 36.253 το 2009, 22.403 το 2008. Ενδεικτικά, μόνο τον Ιανουάριο του 2012 εστάλησαν 15.000 βιογραφικά, όταν πέρυσι τον ίδιο μήνα ήταν μόλις 6.700. Το 80% των υποψηφίων μεταναστών είναι έως 35 ετών, το 80% ξέρει 1-2 γλώσσες και περίπου το 20% από 3 γλώσσες και πάνω.
Από τους αιτούντες, το 59% έχει εργαστεί από 2 έως 10 χρόνια, το 21% δεν έχει καθόλου εργασιακή εμπειρία, ενώ το 11% από 11 χρόνια και πάνω.
Η Κατερίνα Φλάκα, από την ευρωπαϊκή πύλη για την επαγγελματική κινητικότητα, eures, μίλησε για το προφίλ του Έλληνα μετανάστη, για τους προορισμούς που κυρίως επιλέγει, αλλά και για την προετοιμασία που απαιτείται.
«Κάποιος Έλληνας πολίτης που θέλει να μετακινηθεί σε μία άλλη χώρα της ΕΕ, στα πλαίσια της ελεύθερης κινητικότητας, δε χρειάζεται καμία απολύτως διαδικασία, όσον αφορά βίζες. Χρειάζεται να μετακινηθεί στη χώρα που θέλει να πάει και θα έχει τα ίδια δικαιώματα με τους υπόλοιπους πολίτες της χώρας αυτής, στο πρώτο τρίμηνο. Μετά θα πρέπει να πάει στις αρμόδιες αρχές της κάθε χώρας, εδώ είναι οι αστυνομικές αρχές, να πάρει την άδεια του κοινοτικού υπηκόου. Να δηλώσει ότι διαμένει στη χώρα και ότι έχει επαρκείς πόρους για να παραμείνει στη χώρα για να μπορέσει να πάρει την τυπική άδεια παραμονής στη χώρα. Η γλώσσα είναι ένα βασικό κριτήριο στη μετακίνηση του πληθυσμού. Πρέπει να γνωρίζει πολύ καλά τη γλώσσα της χώρας στην οποία θέλει να μετακινηθεί. Ώστε να μπορέσει να ενταχθεί στο κοινωνικό και εργασιακό πλαίσιο. Σε κάποιες βέβαια εξαιρέσεις στα αγγλικά που είναι μία διεθνής γλώσσα βοηθάνε την ένταξη εργασιακά και σε περιβάλλοντα που δεν είναι η γλώσσα της χώρας όπως η Αγγλία και η Ιρλανδία. Μπορούνε και στις χώρες της Σκανδιναβίας να συναντήσεις ανθρώπους που μπορούν να δουλέψουν μόνο με τα Αγγλικά. Με αυτό το κριτήριο της γλώσσας λοιπόν, οι πιο δημοφιλείς ας πούμε προορισμοί είναι η Αγγλία, το Ηνωμένο Βασίλειο γενικότερα, η Γερμανία, οι Σκανδιναβικές χώρες όλες, κυρίως Σουηδία, Νορβηγία και Δανία και λιγότερο Φιλανδία και από εκεί και πέρα έχουμε στην Ολλανδία αρκετούς που ενδιαφέρονται να μετακινηθούν ή ψάχνουν τουλάχιστον, ακόμη και το Βέλγιο. Δε μπορούμε να πούμε ότι στο δίκτυο eures έρχονται μόνο νέοι. Απευθύνονται όλες οι ηλικίες. Ελεύθεροι, οικογένειες, ζευγάρια. Σαφώς ένας νεότερος σε ηλικία που δεν έχει οικογενειακές υποχρεώσεις που τον δεσμεύουν και του επιβάλλουν επιλογές, είναι πιο εύκολο να μετακινηθούν. Είναι πιο ευέλικτοι σε αυτό που λέγεται κινητικότητα. Ίσως γι αυτό βλέπουμε και ανθρώπους μέχρι 35 και 40 χρονών περισσότερο από ότι μεγαλύτερους ανθρώπους γιατί η οικογενειακή τους κατάσταση τους επιτρέπει να κινηθούν πολύ πιο εύκολα.
ΕΡ. Πόσοι άνθρωποι περνάνε καθημερινά από τα γραφεία σας;
ΑΠ. Έχει αυξηθεί το ποσοστό. Το τελευταίο χρόνο το ενδιαφέρον του κόσμου προς το δίκτυό μας και το αίτημα τους να επικοινωνήσουν με συμβούλους eures έχει αυξηθεί. Ανεξάρτητα όμως από το αν αποφασίσουν να φύγουν ή όχι. Έρχονται πολλοί για να διερευνήσουν το τι γίνεται στις υπόλοιπες ευρωπαϊκές αγορές και από εκεί και πέρα πραγματικά να σκεφτούν αν θα επιλέξουν τελικά να φύγουν. Γιατί η μετακίνηση σε μία άλλη χώρα δεν είναι απλή υπόθεση. Ακόμη και σε μία ιδανική κατάσταση που κάποιος βρει τον εργοδότη πριν φύγει από εδώ. Πρέπει να μελετήσει πολύ προσεκτικά όλα τα στάδιά του. Ενδεικτικά αναφέρω ότι στο Άμστερνταμ και στη Στοκχόλμη χώρες και πόλεις που πολλοί φλερτάρουν να μετακινηθούν είναι πολύ δύσκολο να βρεις κάποιος σπίτι. Καλό λοιπόν πριν φύγει κάποιος είναι να έχει μελετήσει πολύ προσεκτικά τα βήματά του και θα συμβούλευα να μην κάνουν βιαστικές κινήσεις και να μη φεύγουν πριν έχουν διερευνήσει τη δυνατότητα απασχόλησης στη χώρα και τις συνθήκες που έχει η χώρα, τις κοινωνικές, πολιτισμικές, οικονομικές και να έχουν λύσει από εδώ κάποια θέματα πριν φύγουν. Γιατί φοβάμαι και το έχουμε δει αρκετές φορές να συμβαίνει κάποιοι να πηγαίνουν στις άλλες χώρες να εξαντλούν όλους τους πόρους τους σε σύντομο χρονικό διάστημα και να γυρνάνε πίσω σε χειρότερη οικονομική και ψυχολογική κατάσταση. Το portal του eures είναι eures.europa.eu κι εκεί υπάρχουν όλες οι πληροφορίες για όλες τις θέσεις στις 31 χώρες του ευρωπαϊκού οικονομικού χώρου και σαφώς πολλές πληροφορίες για θέματα διαβίωσης και εργασίας και επίσης μπορεί να εντοπίσει και τα στοιχεία όλων των συμβούλων τόσο της Ελλάδας όσο και των υπόλοιπων χωρών για να έρθει σε επικοινωνία μαζί τους».
Όμως πολλοί είναι οι Έλληνες που ενδιαφέρονται να μεταναστεύσουν και σε άλλες ηπείρους.
Δεν αργούν, όμως, να ανακαλύψουν ότι η οδός προς της «Γη της Επαγγελίας» είναι δύσβατη και σε πολλές περιπτώσεις κλειστή από τα πρώτα κιόλας βήματα.
Η Αυστραλία, ο Καναδάς και οι ΗΠΑ – «παραδοσιακοί» προορισμοί για τους Έλληνες μετανάστες – εφαρμόζουν πλέον σκληρή μεταναστευτική πολιτική, δεχόμενοι ξένους «με το σταγονόμετρο», οι οποίοι πρέπει να καλύπτουν μια σειρά κριτηρίων.
Οι ΗΠΑ (μαζί με τον Καναδά και την Αυστραλία) είναι χώρες στις οποίες οι μετανάστες έχουν τη δυνατότητα να ενταχθούν πλήρως και να μην θεωρηθούν πολίτες 2ης κατηγορίας.
Για τους Έλληνες υπάρχουν τέσσερις βασικές επιλογές για μετανάστευση στις ΗΠΑ: σπουδές, συγγενείς α’ βαθμού, εργοδοσία, και κλήρωσης.
Με κλήρωση :
Κάθε χρόνο η Αμερικανική κυβέρνηση κληρώνει έναν μικρό αριθμό αδειών μόνιμης παραμονής («πράσινες κάρτες») μέσω του προγράμματος Diversity Immigrant Visa. Η συμμετοχή είναι δωρεάν και δεν απαιτεί δικηγόρο ή άλλη επαγγελματική διαμεσολάβηση. Το 2011 κληρώθηκαν πράσινες κάρτες σε 62 Έλληνες. Ο χρόνος που απαιτείται από την στιγμή της αίτησης ως την στιγμή που θα ολοκληρωθεί η διαδικασία, είναι περίπου 12 μήνες. Με πράσινη κάρτα μπορεί κανείς να κατοικήσει μόνιμα στις ΗΠΑ και να αναζητήσει εργασία.
Με συγγενείς α’ βαθμού:
Αν έχετε συγγενείς α’ βαθμού που είναι πολίτες των ΗΠΑ μπορούν να σας μετακαλέσουν και να ζητήσουν τη χορήγηση πράσινης κάρτας. Η διαδικασία παίρνει 12-18 μήνες αλλά μέσα στους πρώτους 6 μήνες εξασφαλίζετε προσωρινή άδεια εισόδου και εργασίας στις ΗΠΑ. Το κόστος είναι γύρω στα $1500-$5000 αν δεν χρειαστείτε δικηγόρο. Η διαδικασία αίτησης είναι σχετικά απλή αλλά αν αναθέσετε την υπόθεση σε δικηγόρο, να υπολογίστε επιπλέον $1500-$2000.
Με εργοδοτική προσφορά:
Αν έχετε εξασφαλίσει προσφορά εργασίας από εργοδότη που είναι πρόθυμος να μεριμνήσει για τα μεταναστευτικά σας, θα πάρει 6-9 μήνες να σας χορηγηθεί μια ειδική άδεια εισόδου, η H1B. Πρόκειται για θεώρηση εισόδου (βίζα) που σας επιτρέπει να εργαστείτε μόνο για τον συγκεκριμένο εργοδότη. Η έκδοσή της θεώρησης αυτής είναι προβληματική για δυο κυρίως λόγους. Η κυβέρνηση των ΗΠΑ διαθέτει γύρω στις 65.000 τέτοιες θεωρήσεις ετησίως. Η ζήτηση είναι τόσο μεγάλη που οι αιτήσεις ξεπερνούν τον αριθμό αυτό από την πρώτη μέρα που διατίθενται οι βίζες αυτές. Ο δεύτερος λόγος, είναι το κόστος για τον εργοδότη: μια H1B βίζα κοστίζει γύρω στις $6.000 και στο διάστημα που η αίτηση εκκρεμεί ο εργοδότης μένει με μια θέση εργασίας κενή. Αν χορηγηθεί η βίζα ο εργαζόμενος μπορεί να αλλάξει εργοδότη σχετικά απλά – επειδή η έκδοση νέας H1B για τον επόμενο εργοδότη δεν υπόκειται σε αριθμητικούς περιορισμούς. Από τη στιγμή πάντως που θα αποκτήσετε την H1B μπορείτε να κάνετε αίτηση για πράσινη κάρτα. Η βίζα H1B έχει διάρκεια 3 ετών και μπορεί να ανανεωθεί για άλλα τρία. Στο διάστημα των 6 αυτών ετών θα πρέπει να αποκτήσετε πράσινη κάρτα. Αλλιώς, στο τέλος της 6ετίας θα πρέπει να επιστρέψετε στην Ελλάδα. Η χορήγηση πράσινης κάρτας απαιτεί 1-2 χρόνια και κοστίζει $5000-$10000 – ίσως και περισσότερο. Η ανάθεση της υπόθεσης σε έμπειρο δικηγόρο είναι αναπόφευκτη. Πέντε χρόνια μετά την χορήγηση της πράσινης κάρτας έχετε το δικαίωμα να ζητήσετε την Αμερικανική υπηκοότητα. Η διαδικασία πολιτογράφησης κοστίζει περίπου $700, δεν απαιτεί δικηγόρο, και παίρνει γύρω στους 9 μήνες. Η πολιτογράφηση δεν προϋποθέτει την απεμπόληση της Ελληνικής υπηκοότητας. Η διπλή υπηκοότητα δεν είναι πρόβλημα εκτός κι αν έχετε πρόθεση να εργαστείτε σε ευαίσθητους τομείς (πχ Άμυνα) για τους οποίους απαιτείται ειδική διαβάθμιση (security clearance).
Με σπουδές:
Τελειώνοντας ένα πρόγραμμα σπουδών (προπτυχιακό ή μεταπτυχιακό) έχετε το δικαίωμα προσωρινής άδειας εργασίας (Optional Practical Training). Η άδεια αυτή διαρκεί 12 μήνες. Αν οι σπουδές σας είναι σε συγκεκριμένο θετικό/τεχνολογικό κλάδο η άδεια αυτή διαρκεί 29 μήνες και μπορεί να χρησιμοποιηθεί τμηματικά, πχ, 12 μήνες μετά το πρώτο πτυχίο και 17 μήνες μετά το Masters. Κατά τη διάρκεια της OPT και εφόσον επιδείξετε αξιόλογο προσόντα είναι πιθανόν ο εργοδότης σας να μεριμνήσει για την χορήγηση H1B. Το πρόβλημα με την μετανάστευση μέσω σπουδών είναι το κόστος σε χρόνο και έξοδα. Οι σπουδές πρέπει να γίνουν σε αναγνωρισμένο πανεπιστήμιο (regionally accredited university). Τα δίδακτρα για ένα μονοετές πρόγραμμα masters ξεκινούν από $10.000. Υπολογίστε άλλα $15.000 για έξοδα διαμονής και διατροφής. Στο τέλος θα αποκτήσετε ένα πτυχίο, ίσως μια προσωρινή εργασία, και την πιθανότητα να εξασφαλίσετε την H1B. Ολοένα και συχνότερα σήμερα οι εργοδότες αρνούνται να προσλάβουν άτομα με μεταναστευτικές εκκρεμότητες κυρίως λόγω του προβληματικού συστήματος γύρω από την βίζα H1B. Μεγάλοι εργοδότες όπως η Microsoft, Google κ.ά. θα αναλάβουν να τακτοποιήσουν τις μεταναστευτικές εκκρεμότητες, αλλά μικρότεροι εργοδότες μάλλον θα κοιτάξουν για άλλους υποψήφιους.
Ο Βασίλης Παπαστεργιάδης, πρόεδρος της ελληνικής κοινότητας στη Μελβούρνη, έδωσε σημαντικές πληροφορίες και συμβουλές για τη μετανάστευση στην Αυστραλία.
«Η δική μας εικόνα είναι ότι το ενδιαφέρον είναι μεγάλο. Επικοινωνούν πολλοί μαζί μας, στην ελληνική κοινότητα Μελβούρνης, αλλά και με άλλους οργανισμούς, ψάχνοντας ευκαιρία για να μεταναστεύσουν. Αλλά μέχρι στιγμής αυτό που βλέπουμε και έχουμε προσέξει είναι ότι τα περισσότερα άτομα που έχουν επιστρέψει πίσω από Ελλάδα στην Αυστραλία γενικά είχαν αυστραλέζικη υπηκοότητα δηλαδή είχαν φύγει σαν μικρά παιδιά με τους γονείς τους το ’70 και το ’80. Βρίσκονται τώρα σε δύσκολες καταστάσεις κι αυτοί και με τις οικογένειές τους επιστρέφουν πίσω στην Αυστραλία. Αυτό είναι το πρώτο φαινόμενο.
Δεύτερον, βλέπουμε κι ένα μικρό ποσοστό από φοιτητές που έρχονται , διότι υπάρχει ευκαιρία να δουλέψουν μέχρι 20 ώρες την εβδομάδα και μπορούν να τα ψάξουν λίγο περισσότερο. Υπάρχει μία βίζα εργασίας που χρειάζεται να βρεις έναν εργοδότη που θα χρηματοδοτεί την εργασία σου για περίπου δύο χρόνια. Άμα μπορείς να το καταφέρεις αυτό μέσα σε ένα πολύ μικρό χρονικό διάστημα (4-6 εβδομάδες) μπορείς να καταφέρεις να πάρεις μία βίζα. Επίσης υπάρχει ένας κατάλογος στο Υπουργείο Μετανάστευσης της Αυστραλίας, με περίπου 130 διαφορετικά επαγγέλματα που άμα είσαι μέσα μπορείς να ξεκινήσεις τη διαδικασία για να πάρεις μία βίζα. Κάτι που παίρνει πάνω από ένα χρόνο όμως συνήθως. Και επίσης γίνεται μία συζήτηση με την κυβέρνηση της Αυστραλίας για μία διακρατική συμφωνία για τουριστική βίζα, που δίνει την ευκαιρία σε άτομα κάτω των 30-35 ετών να δουλέψουν για λίγα χρόνια στην Αυστραλία. Ο τρόπος ζωής εδώ είναι διαφορετικός. Όταν είσαι μακριά από τους συγγενείς σου είναι δύσκολο. Για να βρεις μία δουλειά γρήγορα παρά το γεγονός πως το ποσοστό ανεργίας είναι μόλις 5,5 με 6% θα πάρει κι αυτό λίγο χρόνο. Υπάρχει και το θέμα της απόστασης. Πάντα η ξενιτιά είναι δύσκολη. Το βλέπουμε ως καθήκον μας ως Έλληνες της διασποράς να βοηθάμε Έλληνες. Προπαντός ο ΓΓ της Ελληνικής Κοινότητας, κ. Μάρκος, έχει κουραστεί πάρα πολύ για να διευκολύνει με τον δικό του τρόπο τους Έλληνες μετανάστες. Προσπαθούμε να βρούμε κι άλλους τρόπους να βοηθήσουμε τους Έλληνες. Συνεχίζουμε αυτόν τον αγώνα. Να βοηθήσουμε όσο μπορούμε».
ΟΙ ΠΑΡΟΙΚΙΕΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΤΟ ΕΞΩΤΕΡΙΚΟ
Τέσσερις στους δέκα Έλληνες – σύμφωνα με τα στοιχεία της Εurostat – δηλώνουν έτοιμοι να εγκαταλείψουν τον τόπο διαμονής τους για να εργαστούν σε άλλη χώρα, ενώ πολλοί έχουν ήδη καταφύγει στο εξωτερικό, δημιουργώντας «παροικίες» Ελλήνων· όπως στον Αραβικό κόλπο που καταφεύγουν κυρίως μηχανικοί και γενικότερα εργαζόμενοι στον κατασκευαστικό κλάδο, στο Λονδίνο το οποίο επιλέγουν απασχολούμενοι στις χρηματοοικονομικές υπηρεσίες, στο Παρίσι που απορροφά εργαζομένους από όλους τους κλάδους, στη Γερμανία που ενσωματώνει ανθρώπινο δυναμικό από τον ιατρικό κλάδο, στα Βαλκάνια που προσελκύουν εργαζόμενους από τον τραπεζικό τομέα, κτλ.
Τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και γενικότερα η Μέση Ανατολή αποτελούν γεωγραφική περιοχή που δείχνουν να προτιμούν ιδιαίτερα οι Έλληνες οι οποίοι αναζητούν μια καλύτερη τύχη στο εξωτερικό. Ειδικότερα για τους μηχανικούς και τους εργαζομένους στον χώρο των κατασκευών η φυγή στις χώρες του Αραβικού Κόλπου αποτελεί σχεδόν μονόδρομο, καθώς η κατασκευαστική αγορά στην Ελλάδα βρίσκεται σε μεγάλη ύφεση.
Οι συνθήκες εργασίας είναι σκληρές στη Σαουδική Αραβία, με 70 – 80 ώρες την εβδομάδα, αλλά με μισθό 140.000 δολάρια τον χρόνο, με πληρωμένη τη διαμονή και τέσσερα εισιτήρια για την Ελλάδα.
Υπολογίζεται ότι τα τελευταία χρόνια μόνο το Ντουμπάι υποδέχεται το 5% των Ελλήνων αποφοίτων μηχανικών όλων των ειδικοτήτων. Πάνω από 130 ελληνικές εταιρείες δραστηριοποιούνται στα ΗΑΕ, πρωτίστως στον τομέα του εμπορίου και της γούνας και δευτερευόντως στις κατασκευές, στη ναυτιλία, την πληροφορική, στις υπηρεσίες, κ.ά. Τα δύο τελευταία χρόνια έχει παρατηρηθεί μια μείωση της τάξης του 40% στους μισθούς των μηχανικών και σε αυτές τις χώρες λόγω της διεθνούς κρίσης αλλά και της πολύ μεγάλης προσφοράς εργασίας όχι μόνον από την Ελλάδα, αλλά και από την Πορτογαλία και από πολλές άλλες χώρες. Σήμερα ο μέσος μηνιαίος μισθός για έναν Έλληνα πολιτικό μηχανικό με εμπειρία είναι περίπου τα 7.000 δολάρια, ενώ για τους Ασιάτες όπως για τους Φιλιππινέζους, τους Πακιστανούς ή τους Ινδούς- οι οποίοι προτιμώνται, είναι τα 2.000 ως 4.000 δολάρια.
Παράλληλα, πολλές πολυεθνικές, προτείνουν σε υψηλόβαθμα στελέχη να μετακομίσουν σε διάφορες χώρες, όπως για παράδειγμα η Ρωσία, για να αναλάβουν εκεί την ανάπτυξη θυγατρικών. Η τάση αυτή ολοένα και αυξάνεται λόγω της ανάγκης των εταιρειών να μειώσουν το κόστος του υψηλόβαθμου προσωπικού στην ελληνική αγορά και παράλληλα να ενισχύσουν τις θυγατρικές τους σε χώρες όπου υπάρχει ανάπτυξη.
«ΔΙΑΡΡΟΗ ΕΓΚΕΦΑΛΩΝ (Brain-Drain)»
Οι περισσότεροι Έλληνες μετανάστες σήμερα είναι επιστήμονες, με αποτέλεσμα πολλοί να μιλούν για «διαρροή εγκεφάλων». Άλλοι τη χαρακτηρίζουν «χαριστική βολή» για τη χώρα μας, ενώ άλλοι μιλούν για μία από τις λίγες παρακαταθήκες της ανόρθωσης. Πρόκειται για τοποθέτηση του καθηγητή του πανεπιστημίου Yale Στάθη Kαλύβα, ο οποίος πιστεύει πως η μετανάστευση ήταν πάντοτε μονόδρομος για έναν μικρό αριθμό «αρίστων».Επικαλείται μάλιστα τα στοιχεία της έρευνας του οικονομικού γεωγράφου, καθηγητή στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, Λόη Λαμπριανίδη, που έδειξε πως από τους Έλληνες που εργάζονται σήμερα στο εξωτερικό, το 73% έχει μεταπτυχιακό τίτλο και το 41% έχει σπουδάσει στα εκατό καλύτερα πανεπιστήμια του κόσμου. Μόλις το 14% έχει σπουδάσει στην Ελλάδα. Καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι η μετανάστευση αφορά το πιο προικισμένο κομμάτι της κοινωνίας, τις ελίτ και όχι τις μάζες.
«Το φαινόμενο της «διαρροής εγκεφάλων» διεθνώς» του Λόη Λαμπριανίδη
Το φαινόμενο της «διαρροής εγκεφάλων» συνήθως περιλαμβάνει τις ροές πτυχιούχων από τις λιγότερο αναπτυγμένες χώρες προς τις αναπτυγμένες, ενώ οι αντίστοιχες ροές μεταξύ των αναπτυγμένων κρατών αναφέρονται ως «κυκλοφορία εγκεφάλων». Ερμηνεύουμε το φαινόμενο της «διαρροής εγκεφάλων» στην περίπτωση της Ελλάδας, η οποία αποτελεί αναπτυγμένο κράτος, ως αποτέλεσμα της χαμηλής ζήτησης για επιστημονικό προσωπικό στην ελληνική αγορά εργασίας, και όχι της υπερπροσφοράς πτυχιούχων. Η συμβολή του ανθρωπίνου δυναμικού στην οικονομική ανάπτυξη είναι σημαντική και μεγαλύτερη από τη συμβολή του φυσικού κεφαλαίου. Το ανθρώπινο δυναμικό αυξάνει την παραγωγικότητα της εργασίας, γίνεται φορέας αξιοποίησης και διάχυσης της τεχνολογίας και της καινοτομίας, παράγοντας υψηλές εξωτερικές οικονομίες που διαχέονται στην οικονομία και στο κοινωνικό σύνολο. Παρά τη σχετικά πρόσφατη έμφαση στη σημασία του ανθρώπινου δυναμικού στην αναπτυξιακή διαδικασία, η αναγνώριση της σημασίας του πηγαίνει πίσω στο χρόνο, μέχρι τα μέσα του 18ου αιώνα και τις απαρχές της οικονομικής επιστήμης. Οι λιγότερο αναπτυγμένες χώρες υποφέρουν από την έλλειψη ειδικευμένου ανθρώπινου δυναμικού και έτσι δεν μπορούν να έχουν υψηλή κερδοφορία κεφαλαίου. Συνεπώς, το κεφάλαιο δεν επενδύει εκεί, γεγονός που οδηγεί σε χαμηλή παραγωγικότητα. Έτσι, οι πολύ ειδικευμένοι μεταναστεύουν από τη χώρα που πέφτει σε «φαύλο κύκλο» υπανάπτυξης. Οι αναπτυγμένες χώρες είχαν πάντοτε το εξής δίλημμα: είτε να «παράγουν» οι ίδιες μόνες τους όλο το εκπαιδευμένο ανθρώπινο δυναμικό που χρειάζονται είτε να προσελκύσουν και ήδη εκπαιδευμένο δυναμικό από τρίτες χώρες. Οι περισσότερες ακολούθησαν τη δεύτερη μέθοδο (π.χ. οι ΗΠΑ προσφέρουν υποτροφίες για σπουδές εκεί σε αποφοίτους λυκείων με τις καλύτερες επιδόσεις σε όλο τον κόσμο), υποσκάπτοντας ουσιαστικά την ανάπτυξη των λιγότερο αναπτυγμένων χωρών.
Το προφίλ της έρευνας : Ερευνητική Μονάδα Περιφερειακής Ανάπτυξης και Πολιτικής του Πανεπιστημίου Μακεδονίας (http://www.uom.gr/rdpru) με επιστημονικό υπεύθυνο τον Λόη Λαμπριανίδη Οικονομικό Γεωγράφο, καθηγητή του Πανεπιστημίου Μακεδονίας και βασικό συνεργάτη τον υποψήφιο διδάκτορα Νίκο Βογιατζή.
Προφίλ των Ελλήνων πτυχιούχων που δούλεψαν και δουλεύουν στο εξωτερικό.
Έχουν κάνει πολλές και πολύ καλές σπουδές. Το 73% έχει και μεταπτυχιακό τίτλο (master), ενώ το 51,2% έχουν και διδακτορικό. Όταν έπιασαν την πρώτη δουλειά τους στο εξωτερικό το 80,6% είχαν τουλάχιστον μεταπτυχιακό τίτλο. Σχεδόν όλοι όσοι δουλεύουν στο εξωτερικό (90%) έχουν κάνει μεταπτυχιακές σπουδές στο εξωτερικό, ενώ το 29% έχει πραγματοποιήσει το σύνολο των σπουδών του σε ξένα ιδρύματα. Μόνο ένα πολύ μικρό ποσοστό (14,3%) εργάστηκαν στο εξωτερικό χωρίς προηγουμένως να έχουν κάνει κάποιες σπουδές εκεί. Οι περισσότεροι (60,9%) προτού αποφασίσουν να φύγουν ή να παραμείνουν στο εξωτερικό για εργασία, δεν αναζήτησαν καν δουλειά στην Ελλάδα. Μάλιστα και οι υπόλοιποι, που αναζήτησαν εργασία, το έκαναν για μικρό σχετικά διάστημα. Οι επιστήμονες που δουλεύουν στο εξωτερικό συγκεντρώνονται κυρίως (81%) σε τρία επιστημονικά πεδία: α) οικονομικά, διοίκηση επιχειρήσεων, νομικά κλπ. (33%), β) προγραμματισμός ηλεκτρονικών υπολογιστών, φυσική, χημεία κλπ. (25%) και γ) μηχανικοί, μηχανικοί ηλεκτρονικών υπολογιστών, κλπ (23%). Εργάζονται σε 74 χώρες, όμως το 91% συγκεντρώνεται σε 10 χώρες, κυρίως τη Βρετανία και τις ΗΠΑ. Συγκεκριμένα: Βρετανία: 31,7%, ΗΠΑ: 28,7%, Γερμανία: 6,6%, Ελβετία: 5,4%, Γαλλία: 4,4%, Βέλγιο: 4,3%, Καναδάς: 3,3%, Ολλανδία: 2,6%, Ιταλία: 2,3%, Ισπανία: 1,8%, Λοιπές: 9,0%. Εργάζονται σε 532 πόλεις, όμως υπάρχει υπερεκπροσώπηση σε ελάχιστες πολύ μεγάλες πόλεις: Λονδίνο: 16,9%, Νέα Υόρκη: 3,9%, Βρυξέλλες: 3,9%, Βοστόνη: 3,7%, Παρίσι: 2,8%, Γενεύη: 2,1%, Μόναχο: 2,0%, Ουάσιγκτον: 1,8%, Ζυρίχη: 1,5%, Σικάγο: 1,4%, Λοιπές: 60,0%.
Από όσους ζουν σήμερα στην Ελλάδα το 39,4% έχουν εισόδημα μικρότερο από 25.000 ευρώ και 34,4% μεγαλύτερο από 40.000 ευρώ.
Για όσους ζουν στο εξωτερικό, μόνο το 9,2% έχει εισόδημα μικρότερο από 25.000 ευρώ, ενώ το 68,4% έχει εισόδημα μεγαλύτερο από 40.000 ευρώ.
Η βασική αιτία της διαρροής εγκεφάλων είναι ότι η Ελλάδα δεν έχει μετακινηθεί στην αλυσίδα παραγωγής της αξίας ώστε να παράγει πιο σύνθετα προϊόντα και υπηρεσίες (έντασης γνώσης/ τεχνολογίας). Έτσι, υπάρχει περιορισμένη ζήτηση για πτυχιούχους, και συνεπώς η διαρροή εγκεφάλων δεν είναι κυρίως απόρροια υπερπροσφοράς πτυχιούχων (υπερεκπαίδευσης). Παρόλο που στη χώρα μας ο αριθμός των πτυχιούχων αυξάνεται τα τελευταία χρόνια, εξακολουθεί να είναι μικρότερος αναλογικά με τον πληθυσμό σε σχέση με άλλες αναπτυγμένες χώρες. Ενώ στις αναπτυγμένες χώρες η ανεργία μειώνεται όσο αυξάνεται το εκπαιδευτικό επίπεδο, στην Ελλάδα δεν συμβαίνει το ίδιο. Όπως προκύπτει από την έρευνα, ο σημαντικότερος λόγος για την αναζήτηση εργασίας στο εξωτερικό αλλά και άντλησης ευχαρίστησης από τη ζωή στο εξωτερικό είναι επαγγελματικός. Δηλαδή, οι καλύτερες προοπτικές επαγγελματικής εξέλιξης, η επαγγελματική αναγνώριση, η αξιοκρατία στον εργασιακό χώρο, οι οικονομικές απολαβές, η ενδιαφέρουσα εργασία στο αντικείμενο των ερωτώμενων και προσπάθεια για απόκτηση περισσότερων και εξειδικευμένων γνώσεων στο αντικείμενο αυτό. Οι βασικότεροι παράγοντες που δυσαρεστούν τους ερωτώμενους κατά την παραμονή τους στο εξωτερικό και οδήγησαν κάποιους από αυτούς να επιστρέψουν είναι ότι βρίσκονται μακριά από την οικογένεια και τους φίλους τους, η νοσταλγία για τη ζωή στην Ελλάδα και οι άσχημες καιρικές συνθήκες.
Η περίοδος κρίσης την οποία ζούμε ίσως αποτελεί ευκαιρία να ξανασκεφτούμε τις καίριες
συντεταγμένες της αναπτυξιακής μας πορείας και κυρίως ποιο ρόλο θα θέλαμε στο Διεθνή Καταμερισμό Εργασίας ώστε να δημιουργήσουμε συγκριτικά πλεονεκτήματα προς εκείνη την κατεύθυνση. Θα πρέπει να υπάρξει μια στροφή της οικονομίας στην παραγωγή πιο σύνθετων προϊόντων και υπηρεσιών, που θα βάλει τη χώρα σε καλύτερη θέση στον διεθνή ανταγωνισμό και θα αξιοποιήσει παραγωγικά το ανθρώπινο δυναμικό της. Μόνο μια τέτοια στροφή θα συντελέσει στην εξομάλυνση προσφοράς και ζήτησης στην αγορά εργασίας των πτυχιούχων στην Ελλάδα και θα μειώσει τη διαρροή εγκεφάλων.
Παράλληλα, θα πρέπει να μετατρέψουμε την απώλεια ταλέντων σε ευκαιρία. Αναμφίβολα, όσοι επιστρέψουν θα είναι πλούσιοι σε γνώσεις και εμπειρίες ζωής και πρέπει να αξιοποιηθούν δημιουργικά. Όμως και οι Έλληνες πτυχιούχοι που θα εξακολουθήσουν να εργάζονται στο εξωτερικό θα μπορούσαν να αποτελέσουν αφενός τους καλύτερους «πρεσβευτές» της χώρας μας σε 74 χώρες και 532 πόλεις, ενώ αφετέρου θα μπορούσαν να συμβάλουν – έστω και από μακριά – μέσα από ουσιαστικές συνεργασίες, στη μεταφορά τεχνογνωσίας στην Ελλάδα.
Τέλος, ο καθηγητής του πανεπιστημίου Yale Στάθης Kαλύβας, υποστηρίζει πως όσοι ικανοί επιλέγουν να παραμείνουν στην Ελλάδα πολλές φορές θυσιάζουν τη δυνατότητα της πλήρους ανάπτυξης των δυνατοτήτων τους. Η αναξιοκρατία, ο νεποτισμός, ο φόβος για το καινούργιο και το διαφορετικό, η μιζέρια, ο φθόνος και ο γενικευμένος κυνισμός μπλοκάρουν τις προοπτικές των ταλαντούχων, ευνοώντας συνήθως τους λιγότερο ικανούς. Αναφέρει μάλιστα την απάντηση του Κορνήλιου Καστοριάδη όταν τον ρώτησαν πώς φανταζόταν τη ζωή του αν δεν είχε μεταναστεύσει: «Θα με είχε φάει η Ελλάδα», είχε πει.

Έρευνα: Δέσποινα Μπαρδάκου, Πανδώρα Παφίλη, Χριστιάννα Κούσιου, Ελευθερία Κουμάντου, Κωνσταντίνα Βρεττού και Μαρία Παύλου

Print Friendly, PDF & Email



Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *