Search
Φορολογία, διαΝΕΟσις

Το Φορολογικό Πρόβλημα Της Ελλάδας – Η νέα έρευνα της διαΝΕΟσις στον Αθήνα 9.84

1078

Ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα του Έλληνα, αυτό της φορολογίας, είναι το αντικείμενο της νέας έρευνας της διαΝΕΟσις σε συνεργασία με το ΙΟΒΕ, που παρουσιάστηκε σήμερα στην εκπομπή «Αθήνα Σήμερα».

Στο στούντιο του Αθήνα 9.84, μαζί με την Νόνη Καραγιάννη, βρέθηκαν ο Θοδωρής Γεωργακόπουλος, διευθυντής Περιεχομένου και ο Κυριάκος Πιερρακάκης, διευθυντής Ερευνών της διαΝΕΟσις, οι οποίοι ανέλυσαν τα αποτελέσματα της έρευνας.

Πέρυσι, το 42% των πολιτών πίστευαν πως η μεταρρύθμιση που πρέπει να γίνει «κατά προτεραιότητα και άμεσα», είναι η αλλαγή του φορολογικού συστήματος (περισσότεροι από διπλάσιοι επέλεγαν αυτή τη μεταρρύθμιση από την επόμενη). Φέτος, 41% των πολιτών πιστεύουν πως «η φοροδιαφυγή είναι θεμιτή άμυνα κατά της υπερβολικής φορολογίας». 37% πιστεύουν πως η κυριότερη αιτία της φοροδιαφυγής είναι «οι υψηλοί φορολογικοί συντελεστές». 86% πιστεύουν πως «η χαμηλότερη φορολογία θα βοηθήσει ώστε να έρθουν ξένες επενδύσεις». Και, πλέον, ένα 64% πιστεύουν πως «πρέπει η φορολογία να είναι χαμηλή, έστω κι αν υπάρχει λιγότερη κρατική μέριμνα» (από 46% το 2015).

Το φορολογικό σύστημα της Ελλάδας μπορεί να χαρακτηριστεί προβληματικό, άδικο και αναποτελεσματικό. Αποτελεί σημαντικό εμπόδιο για την επιχειρηματικότητα, αποτυγχάνει να αντιμετωπίσει τις οικονομικές ανισότητες, είναι υπερβολικά περίπλοκο, αλλάζει υπερβολικά συχνά και είναι φτιαγμένο με τρόπο που διευκολύνει τη φοροδιαφυγή. Οι σημαντικές μεταρρυθμίσεις που θα μπορούσαν να διορθώσουν τα προβλήματά του είναι απαραίτητο να αποτελούν πρώτη προτεραιότητα του πολιτικού μας συστήματος.

Ασφαλιστικό, Φορολογικό, Χρέος: Μια Συνολική Πρόταση

Η διαΝΕΟσις συνεργάστηκε με το ΙΟΒΕ για την εκπόνηση μιας λεπτομερούς ανάλυσης της φορολογίας εισοδήματος στην Ελλάδα.Η πολυμελής ερευνητική ομάδα, υπό το συντονισμό του Γενικού Διευθυντή του ΙΟΒΕ Νίκου Βέττα, ανέλυσε τη σημερινή κατάσταση του φορολογικού συστήματος στη χώρα -σύμφωνα και με όσα έχει υπογράψει η ελληνική κυβέρνηση για τα επόμενα χρόνια-, κατέγραψε τα διαθέσιμα στοιχεία, έκανε τις απαραίτητες συγκρίσεις με φορολογικά συστήματα άλλων χωρών και κατέληξε σε μια σειρά από σενάρια για μια νέα προσέγγιση στη φορολογία εισοδήματος, και σε μια σειρά από κρίσιμες προτάσεις για την απλοποίηση και τον εκσυγχρονισμό του ελληνικού φορολογικού συστήματος.

Για τις ανάγκες τις παρούσας έρευνας, οι ερευνητές του ΙΟΒΕ επικεντρώθηκαν μόνο στους φόρους εισοδήματος (φυσικών και νομικών προσώπων) και στις ασφαλιστικές εισφορές.

Στην Ελλάδα το 2017, οι πολίτες φορολογούνται για εισοδήματα από μισθούς και συντάξεις με συντελεστή που ξεκινά από 22% (για εισοδήματα από μηδέν μέχρι 20.000 ευρώ το χρόνο) μέχρι 45% (για εισοδήματα πάνω από 40.000 ευρώ το χρόνο). Επιπλέον υπάρχει και η «ειδική εισφορά αλληλεγγύης», ένα επιπλέον ποσοστό που ξεκινά από 2,2% για εισοδήματα από 12.000 μέχρι 20.000 ευρώ και φτάνει το 10% για εισοδήματα πάνω από 220.000 ευρώ ετησίως. Οι πολίτες που πληρώνουν με ηλεκτρονικά μέσα πληρωμής έχουν έκπτωση φόρου, ανάλογα με την οικογενειακή τους κατάσταση και το μέγεθος της οικογένειάς τους.

Κατά τη διάρκεια της κρίσης το ΑΕΠ της χώρας μας μειώθηκε κατά 27% (από το 2008 μέχρι το 2016). Στο ίδιο διάστημα, ωστόσο, τα φορολογικά έσοδα του κράτους μειώθηκαν μόνο κατά 7%.

Πώς έγινε αυτό; Ο λόγος είναι απλός

Η φορολογία αυξήθηκε δραματικά. Αυξήθηκαν οι φορολογικοί συντελεστές, εκμηδενίστηκε το αφορολόγητο όριο (ή, έστω, μειώθηκε, με την εισαγωγή των εκπτώσεων φόρου), καταργήθηκαν φοροαπαλλαγές και προστέθηκαν νέοι φόροι (π.χ. ΕΝΦΙΑ, εισφορά αλληλεγγύης, ειδικοί φόροι κατανάλωσης κλπ.). Μέσα σε οκτώ χρόνια οι έκτακτοι φόροι αυξήθηκαν κατά 94%. Τα έσοδα από φόρους στην περιουσία των πολιτών επταπλασιάστηκαν, από 500 εκατ. το 2008 σε 3,6 δισ. το 2016. Οι φόροι στην παραγωγή έφτασαν στο 16,1% του ΑΕΠ το 2015, από 12,7% του ΑΕΠ το 2008. Οι φόροι στο εισόδημα και οι ασφαλιστικές εισφορές αυξήθηκαν επίσης ως ποσοστό του ΑΕΠ. Αυτή τη στιγμή η Ελλάδα είναι τρίτη στη λίστα με τα κράτη-μέλη της ΕΕ με τις υψηλότερες ασφαλιστικές εισφορές.

Οι φορολογικοί συντελεστές για τα φυσικά πρόσωπα είναι επίσης από τους υψηλότερους στην Ευρώπη. Αλλά και οι επιχειρήσεις φορολογούνται με εξαιρετικά υψηλό συντελεστή (29%), πολύ υψηλότερο από το μέσο όρο της ΕΕ (22,5% το 2016) και διπλάσιο ή και τριπλάσιο από ανταγωνιστικές γειτονικές χώρες όπως η Βουλγαρία (10%), η Ρουμανία (16%) ή η Κύπρος (12,5%). Και η φορολογική επιβάρυνση των επιχειρήσεων στη διάρκεια της κρίσης αυξάνεται, μολονότι υποτίθεται ότι θα έπρεπε να στηρίζεται η ανταγωνιστικότητά τους και να τους προσφέρονται κίνητρα για να μεγαλώσουν και να προσφέρουν θέσεις εργασίας. Ο συνολικός φορολογικός συντελεστής για τις επιχειρήσεις (συμπεριλαμβανομένων και των ασφαλιστικών εισφορών) που ήταν στο 44% το 2014, φτάνει το 50,7% το 2017. Είναι υψηλότερος από τον αντίστοιχο στη Σουηδία (49%).

Και είναι πολύ σημαντικό να θυμάται κανείς πως το σύστημα αυτό, των πολύ υψηλών συντελεστών και των εξαιρετικά υψηλών εισφορών κρατά μεν τα φορολογικά έσοδα υψηλά, αλλά το κάνει με στρεβλό και, τελικά, άδικο τρόπο. Το 2015 το 88,2% των φορολογούμενων, αυτοί δηλαδή που δήλωσαν εισοδήματα μικρότερα των 25.000 ευρώ ετησίως, πλήρωναν το 32,7% των φόρων. Το υπόλοιπο 11,8% πλήρωνε το 67,3% των φόρων. Μάλιστα, το 3,4% των πολιτών, αυτοί που δήλωναν πάνω από 42.000 ευρώ ετήσιο εισόδημα, πληρώνουν το 42,1% των φόρων.

Η συντριπτική πλειοψηφία των ελευθέρων επαγγελματιών (71%) και σχεδόν όλοι οι αγρότες (93%) δηλώνουν εισοδήματα μικρότερα των 9.000 ευρώ ετησίως, δηλαδή δηλώνουν πως βγάζουν λιγότερα από 750 ευρώ το μήνα. Η Ελλάδα είναι μία από τις μόλις τρεις ευρωπαϊκές χώρες στις οποίες το αφορολόγητο όριο βρίσκεται πάνω από το όριο της φτώχειας, και μάλιστα αρκετά (οι άλλες είναι η Κύπρος και η Κροατία).

Επιπλέον, το φορολογικό μας σύστημα δεν λειτουργεί ως εργαλείο αντιμετώπισης των ανισοτήτων. Σε όλες τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης το μείγμα φόρων και κοινωνικών παροχών επηρεάζει τον κίνδυνο φτώχειας του πληθυσμού. Χώρες με πολύ υψηλή φορολογία (όπως η Δανία και η Σουηδία) έχουν αναγκαστικά και εκτεταμένο σύστημα κοινωνικών παροχών για να αντισταθμίσουν τον κίνδυνο φτώχειας των πιο ευάλωτων κοινωνικών ομάδων. Από όλες τις χώρες της Ε.Ε., αυτή που εμφανίζει τη χειρότερη επίδοση των μέτρων κοινωνικής προστασίας σε όρους μείωσης του κινδύνου φτώχειας, είναι η Ελλάδα.

Αλλά, θα πει κάποιος, έστω με άδικο τρόπο, έστω χωρίς να περιορίζονται οι ανισότητες, έστω κι αν πληρώνουν μόνο λίγοι, τα έσοδα μένουν σε υψηλά επίπεδα. Σωστά;

Όχι ακριβώς.

Οι φόροι εισοδήματος στην Ελλάδα αποτελούν μόνο το 21% των συνολικών εσόδων από φόρους και εισφορές. Τα πολλά έσοδα προέρχονται κυρίως από τους έμμεσους φόρους, όπως ο ΦΠΑ (41%) και από τις ασφαλιστικές εισφορές (35,2%), που είναι εξαιρετικά υψηλές.

Το 2015 ο φόρος εισοδήματος φυσικών προσώπων έφερε έσοδα ίσα με το 5,4% του ΑΕΠ -σχεδόν το μισό από ό,τι στις άλλες χώρες της Ε.Ε.

Τα προβλήματα όμως δεν τελειώνουν στον σχεδιασμό του φορολογικού συστήματος καθαυτού. Πρώτα απ’ όλα, ο όποιος σχεδιασμός δεν μένει σταθερός. Αλλάζει συνέχεια. Το διάστημα 2001 – 2015 ψηφίστηκαν στη χώρα μας 36 αμιγώς φορολογικοί νόμοι.

Η Ελλάδα είναι η τελευταία ανάμεσα σε όλες τις χώρες του ΟΟΣΑ στην εισπραξιμότητα ληξιπρόθεσμων οφειλών και 335 εκατ. ευρώ δηλαδή το 12,6% των εσόδων του κράτους από τη φορολογία εισοδήματος νομικών προσώπων, υπολογίστηκε ότι είναι το έμμεσο κόστος συμμόρφωσης για τις επιχειρήσεις το 2013. Συγκεκριμένα στη χώρα μας οι ληξιπρόθεσμες οφειλές φτάνουν στο ιλιγγιώδες 193% των ετήσιων φόρων. Σύμφωνα με την έρευνα της διαΝΕΟσις, από το 2016, η φοροδιαφυγή στην Ελλάδα εκτιμάται ανάμεσα στο 1,9 και το 4,8% του ΑΕΠ ετησίως. Η Ελλάδα, δε, καταγράφει άλλη μια σχετική πρωτιά: εμφανίζει το μεγαλύτερο ποσοστό εργαζομένων στη φορολογική διοίκηση που απασχολούνται σε διοικητικές υπηρεσίες και στη συλλογή φόρων, και πολύ μικρότερα ποσοστά από τον μέσο όρο απασχολούμενων σε ελέγχους και σε πληροφοριακά συστήματα.

«Έχουμε ένα φορολογικό σύστημα που αντιστρατεύεται κάθε προοπτική ανάπτυξης για τα επόμενα χρόνια. Υπερφορολογεί όσους τολμούν να εργαστούν ή να επιχειρήσουν και τους σπρώχνει ή να αποκρύψουν εισοδήματα ή να επιχειρήσουν εκτός της χώρας» τόνισε ο Γενικός διευθυντής του ΙΟΒΕ Νίκος Βέττας. «Έχουμε ένα σύστημα που έχει από τους υψηλότερους φορολογικούς συντελεστές στην Ευρώπη και στον ΟΟΣΑ και ένα σύστημα που αν τολμήσεις να εισπράξεις και να δηλώσεις ένα επιπλέον ευρώ σε τιμωρεί. Και όμως τα έσοδα που μαζεύει αυτό το σύστημα είναι χαμηλά. Στην Ελλάδα από το φόρο εισοδήματος μαζεύουμε λίγο πάνω από το 5% του ΑΕΠ, ενώ στην Ευρώπη κατά μέσο όρο μαζεύουν κοντά στο 10% του ΑΕΠ, με ένα σύστημα χωρίς τόσο υψηλούς συντελεστές. Άρα κάτι κάνουμε λάθος» πρόσθεσε.

Ο κ. Βέττας σημείωσε ότι χρειάζεται μία σημαντική μείωση στην επιβάρυνση επιχειρήσεων. «Αν ο φορολογικός συντελεστής των επιχειρήσεων που είναι στο 29%, έπεφτε κοντά στο μέσο άλλων χωρών που είναι 20%, αυτό θα μας ανέβασε το ΑΕΠ κατά 1.5%. Θα πρέπει να υπάρξει μία σειρά παρεμβάσεων. Πρώτον ο φόρος εισοδήματος, θα πρέπει να γίνει απλούστερος, με δύο φορολογικούς συντελεστές. Ένα αφορολόγητο λίγο χαμηλότερο από το σημερινό, με 20% για όσους βγάζουν μέχρι 40.000% ευρώ το χρόνο και 25% για όσους βγάζουν παραπάνω. Ένα τέτοιο σύστημα θα μας δώσει περίπου τα ίδια έσοδα με το σημερινό. Δεύτερον είναι το ασφαλιστικό. Αν έχουμε προτεραιότητα να δημιουργηθούν δουλειές θα πρέπει να μειωθεί και το ασφαλιστικό κόστος. Τρίτον, υπάρχουν ακόμα επαγγέλματα και κλάδοι που δεν πληρώνουν φόρους που τους αναλογούν. Αυτό είναι ένα όπλο, το οποίο πρέπει κανείς να δει. Τέταρτον, πρέπει να δει κανείς τους φόρους στα ακίνητα. Και ειδικότερα το κομμάτι του συμπληρωματικού φόρου, μειώνει την αξία των ακινήτων που είναι η αποταμίευση μίας ζωής για όλους τους Έλληνες. Και το τελευταίο που πρέπει να δει κανείς, έχει να κάνει με την προστασία των πιο αδύναμων νοικοκυριών» κατέληξε.

Τη διαφωνία του με την καθιέρωση ενός ενιαίου φορολογικού συστήματος με χαμηλούς συντελεστές, εξέφρασε ο Μάνος Ματσαγγάνης, καθηγητής Δημόσιας Οικονομικής στο Πολυτεχνείο του Μιλάνου. Όπως είπε, αυτό που θέλουν οι επιχειρήσεις δεν είναι τόσο η χαμηλή φορολογία όσο ένα προβλέψιμο φορολογικό σύστημα, από το οποίο τα έσοδα το κράτος θα τα διαθέτει και για υπηρεσίες υψηλού επιπέδου προς τις επιχειρήσεις αλλά και τους εργαζόμενους.

«Η σταθερότητα του φορολογικού συστήματος με συντελεστή κοντά στο μέσο όρο της ΕΕ (19-20%) δημιουργεί προϋποθέσεις ανάπτυξης» σημείωσε ο Αθανάσιος Σαββάκης, Πρόεδρος του Συνδέσμου Βιομηχανιών Βορείου Ελλάδος (ΣΒΒΕ). «Στο κομμάτι των επιχειρήσεων, το μοντέλο της Βουλγαρίας με ενιαίο συντελεστή, είναι μία λογική που θα μπορούσαμε να ακολουθήσουμε κι εδώ και ειδικά για τις επιχειρήσεις της Βόρειας Ελλάδας. όπου ο ανταγωνισμός είναι τεράστιος γιατί η γειτνίαση αποτελεί ένα επιπλέον πρόβλημα» πρόσθεσε.

Τι μπορεί να γίνει για να βελτιωθεί η κατάσταση;

Σύμφωνα με τη μελέτη:

Ο καλύτερος συμβιβασμός μεταξύ οικονομικής αποτελεσματικότητας και οικονομικής δικαιοσύνης μπορεί να επιτευχθεί με έναν φορολογικό συντελεστή στο 20% ή δύο φορολογικούς συντελεστές στο 20% και 25%, με χαμηλότερη έκπτωση φόρου και με ριζική αναμόρφωση του συστήματος κοινωνικής πρόνοιας.

Πιο συγκεκριμένα, οι προτάσεις πολιτικής στις οποίες καταλήγει η μελέτη, μεταξύ άλλων περιλαμβάνουν:

Τη μείωση του ύψους (σε 20% – 25%) και του πλήθους (σε δύο το πολύ) των συντελεστών φορολογίας εισοδήματος φυσικών προσώπων.

Τη δραστική μείωση του συντελεστή φορολογίας εισοδήματος νομικών προσώπων το πολύ σε 20%.\

Τη διεύρυνση της φορολογικής βάσης με επανεξέταση επιχειρηματικών δαπανών που εκπίπτουν.

Τη μείωση των ασφαλιστικών εισφορών.

Τη μη επιβολή έκτακτων ή πρόσθετων φόρων στα δηλωθέντα εισοδήματα

Την περαιτέρω διάδοση της χρήσης του πλαστικού χρήματος και της ηλεκτρονικής τιμολόγησης.

Την εντατικοποίηση των φορολογικών ελέγχων για τη μη επιβολή κυρώσεων και την ταχεία επίλυση φορολογικών διαφορών.

Την αξιολόγηση και απλούστευση της φορολογικής νομοθεσίας.

Τη διοικητική αναδιοργάνωση των φορολογικών αρχών με την ενίσχυση του αριθμού των εργαζόμενων στον φορολογικό έλεγχο και

Τη δημιουργία ηλεκτρονικής φορολογικής διοίκησης.

Newsroom Αθήνα 9.84

Print Friendly, PDF & Email



Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *