Search

Η σκιά του Νίκου Βατόπουλου

1106

Το βλέμμα έτοιμο να υποδεχθεί μια ιδέα

Ακόμη και αν η Αθήνα πρωταγωνίστησε εχθές για «την τσαλακωμένη αστική υπερηφάνεια της», διατήρησε αναλοίωτη την αρχοντιά της, όσο είχε πάνω της τη σκιά του Νίκου Βατόπουλου (δάνειο από τον τίτλο του τελευταίο του άρθρο που δημοσιεύθηκε στην Καθημερινή της Κυριακής στις 23 Σεπτεμβρίου).  «Με αίσθημα ευθύνης για αυτό που υπήρξε, υπάρχει και θα συνεχίσει να υπάρχει» περιδιαβαίνει την Αθήνα με «το βλέμμα έτοιμο να υποδεχθεί μια ιδέα».

Ο δημοσιογράφος, συγγραφέας και φωτογράφος Νίκος Βατόπουλος παρέλαβε εχθές το βράδυ στο Δημαρχείο στην Πλατεία Κοτζιά (θα πρωταγωνιστήσει άραγε σε κάποιο από τα επόμενα κειμενά του) την σκυτάλη λόγου από τον Δημήτρη Δασκαλόπουλο και τη Μαρία Στασινοπούλου όχι μόνο για «τη ρέοντα γλώσσα και τα χυμώδη επίθετα των κειμένων του» αλλά και για «την αστική ευγένεια, την καλλιέργεια και τη μόρφωση του» όπως σημείωσε η Μαρία Στασινοπούλου. Αφορμή αποτέλεσε το τελευταίο του βιβλίο Περπατώντας στην Αθήνα που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο. Τη συζήτηση συντόνισαν οι δημοσιογράφοι Τασούλα Επτακοίλη και ο Γιάννης Πανταζόπουλος.

Aπό την Εργογραφία-Βιογραφία στο κειμενικό είδος του Χρονογραφήματος-Επιφυλλίδας

«Το εξαιρετικό της Σκυταλοδρομίας Λόγου είναι η ανάδειξη των ειδών του λόγου» θα πει καταρχήν ο Νίκος Βατόπουλος. Όμως το εξαιρετικό αυτής της συγκεκριμένης «χεριάς» ήταν ο κρυφός συμπρωταγωνιστής: η Αθήνα. Η Αθήνα που έκανε την συζήτηση ρέοντα και ζωηρή και την προσέλευση του κοινού αυξημένη. «Η Αθήνα δεν αξίζει αυτήν την τύχη» θα πει ο Νίκος Βατόπουλος λίγο μετά το «η Αθήνα νομίζω ότι έχει χάσει το παιχνίδι» του Δημήτρη Δασκαλόπουλου.

Και αν όλες οι δυσοίωνες προβλέψεις για την πόλη ακούστηκαν μέσα στο ίδιο το Δημαρχείακό Μέγαρο της Αθήνας- έργο του αρχιτέκτονα Παναγή Κάλκου, αυτό που συνέβαινε απ έξω μου έδωσε ελπίδα για το μέλλον της: ένα τσούρμο προσφυγόπουλα έπαιζαν μπάλα στην πλατεία Κοτζιά και την οδό Αθηνάς. Και χάρισαν έτσι αναπάντεχα την αίσθηση της γειτονιάς στην «πληγωμένη πόλη», αίσθηση φερμένη από τη δεκαετία του ’60, του ’70 και του ’80 (όταν εγώ ήμουν παιδί) που είχα χρόνια να νιώσω στο κέντρο της Αθήνας. Γιατί – όπως άλλωστε διαφαίνεται σε όλα τα κείμενα του Νίκου Βατόπουλου- η πόλη δεν είναι μόνο τα κτίρια της αλλά κυρίως οι άνθρωποι που τα κατοίκησαν και τα κατοικούν.

Να περπατάω κοιτώντας ψηλά

«Α​​πό το παράθυρο του τρόλεϊ, αν τύχει και διασχίζω την Πατησίων, σαν να βρίσκομαι σε ένα ποταμόπλοιο, το αναζητώ. Και όταν το εντοπίζω και βεβαιώνομαι ότι υπάρχει ακόμη, αισθάνομαι μια κρυφή ικανοποίηση. Γιατί το μικρό σπίτι της πλατείας Κολιάτσου είναι, με τον δικό του τρόπο, ένα έμβλημα. Ενας μικρός θυρεός μιας ορισμένης ταπεινότητας. Το προσέχω πάντα αυτό το δίπατο, λευκό σπίτι, στη γωνία της Πατησίων με την οδό Σίφνου. Μου θυμίζει πράγματα που δεν γνωρίζω, αντλώντας από μία δεξαμενή υποθέσεων, και μου προκαλεί ασύντακτους συνειρμούς, μέσα στους οποίους βλέπω ακόμη και τον εαυτό μου μικρό παιδί» διαβάζει η Τασούλα Επτακοίλη από το To μικρό σπίτι στην πλατεία Κολιάτσου , για να συμπληρώσει κλείνοντας τα εισαγωγικά του Βατόπουλου και ανοίγοντας τα δικά της «με αφορμή τα κείμενα του άρχισα να περπατάω κοιτώντας ψηλά».

Και αν ο Δημήτρης Δασκαλόπουλος εξέφρασε την αμηχανία του για το είδος το οποίο εκπροσώπησε στην σκυταλοδρομία – «εμείς δε δεχόμαστε ότι συνθέτουμε βιογραφίες» θα πει χαρακτηριστικά- την ίδια ανάγκη αισθάνθηκε και ο Νίκος Βατόπουλος για τον όρο Αθηναιογράφος που του αποδίδεται: «Είναι αποδεκτός, ευχάριστος αλλά δεν με καλύπτει 100%». Αναρωτιέμαι άραγε αν θα εκφρασει την ίδια αμηχανία και ο Θοδωρής Γκόνης όταν θα παραλάβει τη σκυτάλη στις 22 Οκτωβρίου απο το Νίκο Βατόπουλο εκπροσωπώντας το είδος του διηγήματος.

Βάσια Μπακετέα

Print Friendly, PDF & Email



Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *