Search
Πενήντα δύο χρόνια από το ναυάγιο στη Φαλκονέρα

Πενήντα δύο χρόνια από το ναυάγιο στη Φαλκονέρα

173

Ήταν σαν σήμερα, 8 Δεκεμβρίου, 52 χρόνια πριν, το 1966 όταν γράφτηκε μία από τις μεγαλύτερες ναυτικές τραγωδίες στα ελληνικά πελάγη. Ένα ναυάγιο, που μέχρι σήμερα είναι από τις μελανότερες σελίδες στην ιστορία της ελληνικής ακτοπλοΐας.

Η βύθιση του επιβατηγού – οχηματαγωγού πλοίου «Ηράκλειον», που εκτελούσε το δρομολόγιο Χανιά – Πειραιάς κοντά στη βραχονησίδα Φαλκονέρα, βορειοδυτικά της Μήλου, όπου χάθηκαν πάνω από 200 άνθρωποι.

Το χρονικό

Το πλοίο «κτίστηκε» σαν δεξαμενόπλοιο το 1949 στη Γλασκόβη το 1949 και πήρε το όνομα «Λέστερσαϊρ», με χωρητικότητα 8.922 κόρων, μήκος περίπου 152 μέτρα, πλάτος λίγο πάνω από 18 μέτρα και βύθισμα περίπου 11 μέτρα 36, ενώ ανέπτυσσε ταχύτητα 17 κόμβων. Δεκαπέντε χρόνια μετά την ναυπήγησή του, το 1964, μετασκευάσθηκε σε οχηματαγωγό, αγοράσθηκε από την εταιρεία των Αδελφών Τυπάλδου («Typaldos Lines») και από την επόμενη χρονιά δρομολογήθηκε στις γραμμές της Κρήτης.

Τη μοιραία νύχτα το πλοίο είχε προγραμματισμένο απόπλου στις 7 μ.μ. της 8ης Δεκεμβρίου 1966 από το λιμάνι της Σούδας με προορισμό τον Πειραιά, αλλά καθυστέρησε 20 λεπτά λόγω σύσκεψης στο Λιμεναρχείο Χανίων, εξαιτίας της καθυστερημένης άφιξης στο λιμάνι ενός φορτηγού-ψυγείου, βάρους 25 τόνων, που μετέφερε εσπεριδοειδή.

Ο λιμενάρχης είχε εκφράσεις επιφυλάξεις για το αν μπορούσε το φορτηγό να φορτωθεί στο πλοίο, λόγω βάρους, αν και παρά τις αντιρρήσεις, δόθηκε άδεια απόπλου. Το αυτοκίνητο φορτώθηκε εγκάρσια στο γκαράζ και το πλοίο απέπλευσε στις 7:20, ενώ έπνεαν θυελλώδεις άνεμοι 9 μποφόρ.

Την ώρα που το πλοίο έπλεε ανοικτά της βραχονησίδας Φαλκονέρα το βαρύ αυτοκίνητο, που δεν είχε ασφαλιστεί με τα προβλεπόμενα μέτρα άρχισε να μετακινείται μέσα στο γκαράζ του πλοίου με αποτέλεσμα να χτυπά στα τοιχώματα του σκάφους και τον καταπέλτη. Μετά από ένα δυνατό χτύπημα σπάει τη μία από τις δύο μπουκαπόρτες και τα νερά κατακλύζουν το γκαράζ.

Στις 2:06 τα ξημερώματα ο ασυρματιστής του πλοίου εκπέμπει το πρώτο αγωνιώδες σήμα κινδύνου: «Πορθμείον Ηράκλειον. Αυτήν την στιγμήν ανηρπάγη η πόρτα της δεξιάς πλευράς. Θέσις πλοίου επικίνδυνος».

Το πλοίο παίρνει γρήγορα μεγάλη κλίση και παρά τις προσπάθειες του πληρώματος αρχίζει να βυθίζεται. Ένα με δύο λεπτά μετά το SOS σημαίνει συναγερμός, μοιράζονται σωσίβια στους επιβάτες και οι σωστικές λέμβοι πέφτουν στη θάλασσα.

Στις 2:13 ο ασυρματιστής εκπέμπει εξέπεμψε για τελευταία φορά: «SOS! Πορθμείον Ηράκλειον SOS, βυθιζόμεθα! Στίγμα 36.52 βόρειον και 24,8 ανατολικόν! SOS βυθιζόμεθα!».

Ακολουθεί σιγή…

Στο Λιμενικό σημαίνει συναγερμός. Ενημερώνονται όλα τα λιμεναρχεία αλλά Πειραιάς, Σύρος και Κρήτη δεν μπορούν να βοηθήσουν γιατί δεν έχουν τα κατάλληλα μέσα. Από τον Αρχηγό του Λιμενικού Σώματος ενημερώνονται ο υπουργός Εμπορικής Ναυτιλίας και ο υπουργός Εθνικής Άμυνας, ενώ στέλνεται σήμα σε εμπορικά και πολεμικά πλοία, τα οποία λόγω καιρικών συνθηκών φτάνουν σε σημείο με σημαντική καθυστέρηση. Από το αεροδρόμιο Ελευσίνας απογειώνονται τρία αεροσκάφη.

Τα πρώτα μηνύματα στις 8:30 το πρωί ήταν τραγικά: κανένα ίχνος από το ναυάγιο ή επιζώντες.

Στις 10.30 το πρωί εντοπίζεται η πρώτη σωστική λέμβος και οι ελπίδες αναπτερώνονται. Ωστόσο το μόνο που εντόπισαν οι δυνάμεις διάσωσης ήταν 47 επιζώντες και 25 σοροί. Είναι χαρακτηριστικό, ότι ο πλοίαρχος Εμμανουήλ Βερνίκος -αν και ήταν ο πρώτος που έπεσε στη θάλασσα με σωσσίβιο- ουδέποτε εντοπίστηκε, όπως και άγνωστος ακόμη αριθμός επιβατών.

Διάφορες πηγές αναφέρουν και διαφορετικό αριθμό επιβαινόντων (επιβατών και πληρώματος) που κυμαίνεται από 224 έως και 275 άτομα, καθώς ήταν σχεδόν πάγια τακτική την εποχή εκείνη πολλοί επιβάτες να εκδίδουν εισιτήριο πάνω στο πλοίο με αποτέλεσμα το όνομά τους να μην βρίσκεται σε καμία λίστα.

Αρκετά χρόνια αργότερα δίνεται στη δημοσιότητα κάποιο επίσημο στοιχείο και όπως αναφέρουν τα δημοσιεύματα της εποχής: «Μόλις στις 15 Δεκεμβρίου του 1975 ανακοινώθηκε ο ακριβής αριθμός των θυμάτων του ναυαγίου: 247 νεκροί».

Συγκλονιστικές οι μαρτυρίες επιζώντων και διασωστών.

«Περίπου στις 2 τα ξημερώματα άκουσα έναν κρότο. Γύρισα το κεφάλι μου, και είδα να ανοίγει η μπουκαπόρτα και να πέφτει στη θάλασσα ένα αυτοκίνητο ψυγείο που κουβαλούσε τρόφιμα» κατέθεσε ο υποπλοίαρχος Αλέξανδρος Στεφαδούρος.

«Όταν το πλοίο πήρε κλίση από την εισροή υδάτων, ο πλοίαρχος Εμμανουήλ Βερνίκος έδωσε το σύνθημα δια κωδωνοκρουσιών.

Μετά τον αντελήφθην να χάνει την ψυχραιμία του. Κατά τη γνώμη μου βασική αιτία δεν ήταν το όχημα. Το πλοίο είχε υποστεί πριν από μία εβδομάδα επισκευές. Έκλεισαν ρωγμές στο διαμέρισμα του αμαξοστασίου κατά τρόπο πλημμελή, από το οποίο ίσως να συνέρρευσαν ύδατα».

Το μεσημέρι όλη η χώρα έχει μάθει για την τραγωδία, ενώ σκηνές αλλοφροσύνης εκτυλίγονται στα γραφεία της ακτοπλοϊκής εταιρείας σε Χανιά και Πειραιά, από εκατοντάδες άτομα, που θέλουν να πληροφορηθούν για την τύχη των ανθρώπων τους.

Η δίκη των κατηγορουμένων ξεκινά στις 19 Φεβρουαρίου 1968 στο Κακουργιοδικείο Πειραιά και ολοκληρώνεται με τις ποινές στις 21 Μαρτίου.

Ο πλοιοκτήτης, Xαράλαμπος Τυπάλδος, ο διευθυντής της εταιρείας, Παναγιώτης Κόκκινος και δύο αξιωματικοί του πλοίου καταδικάζονται σε φυλάκιση 5 – 7 χρόνια, ποινές που προκαλούν θύελλα αντιδράσεων, καθώς οι συγγενείς των θυμάτων τις θεωρούν πολύ επιεικείς.

Μετά την τραγωδία δημιουργείται ο θάλαμος επιχειρήσεων έρευνας και διάσωσης του Υπουργείου Εμπορικής Ναυτιλίας και θεσμοθετείται το απαγορευτικό απόπλου ανάλογα με τις καιρικικές συνθήκες.

Νεκτάριος Ανδριόπουλος

Print Friendly, PDF & Email



Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *