Search

Βρετανία – Ο δημόσιος διάλογος για ένα δεύτερο δημοψήφισμα Brexit

485

Χούγκο Ντίξον : «Οι πραγματικότητες του 2019 δεν έχουν καμία σχέση με τις φαντασιώσεις του 2016»

H αλλαγή των συνθηκών και των διαθέσεων του εκλογικού σώματος, μετά την πάροδο δύο και πλέον ετών από το δημοψήφισμα του 2016, δεν είναι ο μόνος λόγος για μια δεύτερη προσφυγή στις κάλπες, επισημαίνει ο Χούγκο Ντίξον (Hugo Dixon, The Economist , Open Future, 11/01), ένθερμος φιλοευρωπαϊστής και αντιπρόεδρος της οργάνωσης People’s Vote που συνεχίζει την εκστρατεία για τη διεξαγωγή ενός δεύτερου δημοψηφίσματος για το Brexit.

Γεγονός είναι ότι, όπως έχουν εξελιχθεί σήμερα τα πράγματα στο κοινοβούλιο υπάρχει αδιέξοδο.

Πολλοί βουλευτές δεν θέλουν – «την ελεεινή συμφωνία» – όπως την χαρακτηρίζει ο Ντίξον – της Τερέζα Μέι, ταυτόχρονα όμως δεν επιθυμούν την έξοδο της χώρας από την ΕΕ χωρίς συμφωνία.

Αν η Μέι ήταν σε θέση να φέρει προς ψήφιση στη Βουλή των Κοινοτήτων μια συμφωνία που να ανταποκρινόταν στις υποσχέσεις του 2016, τότε δεν θα είχαμε πρόβλημα.

Αλλά, η πρωθυπουργός δεν μπόρεσε να έχει – «το σκύλο χορτάτο και την πίτα ολόκληρη».

Στις συνομιλίες με την ευρωπαϊκή ηγεσία υποχρεώθηκε να κάνει παραχωρήσεις, τονίζει ο αντιπρόεδρος της People’s Vote.

Ας θυμηθούμε, συνεχίζει ο Ντίξον , τις δύο βασικές οικονομικές δεσμεύσεις των Leavers – των υποστηρικτών της «αποδέσμευσης» από το ευρωπαϊκό μπλοκ – το 2016. Η Βρετανία θα συνεχίσει να έχει πρόσβαση στην ενιαία ευρωπαϊκή αγορά χωρίς όμως να ακολουθεί τους κανονισμούς των Βρυξελλών. Παράλληλα η χώρα θα μπορεί να συνάπτει σημαντικές εμπορικές συμφωνίες με άλλα κράτη εκτός ΕΕ. Καμία από αυτές τις δύο υποσχέσεις ικανοποιεί η συμφωνία Brexit της Τερέζα Μέι.

Με βάση τη συμφωνία που προτίθεται να φέρει σήμερα προς ψήφιση στο κοινοβούλιο η πρωθυπουργός, η Βρετανία εν μέρει χάνει την ελεύθερη πρόσβαση στην ευρωπαϊκή αγορά, μια αγορά που είναι υπεύθυνη σχεδόν για το ήμισυ του βρετανικού εμπορίου – «με αποτέλεσμα να γίνουμε φτωχότεροι» – γράφει ο Ντίξον.

Ταυτόχρονα συνεχίζει, η χώρα θα έχει την υποχρέωση να ακολουθεί πολλούς κανονισμούς, χωρίς να είναι σε θέση να συμμετέχει στη λήψη των αποφάσεων και να συμβάλλει στην τελική διαμόρφωσή τους.

«Έτσι θα γίνουμε ένα υποτελές κράτος, κατά την προσφιλή έκφραση του πολέμιου της ΕΕ πρώην υπουργού των Εξωτερικών Μπόρις Τζόνσον, χωρίς να έχουμε ανακτήσει τον έλεγχο , όπως ήταν το σλόγκαν των αντιευρωπαϊστών του 2016 » , σημειώνει ο Χούγκο Ντίξον.

Η Μέι έχει αποδεχθεί μια ρύθμιση που θα μπορούσε να κρατήσει το Ηνωμένο Βασίλειο επ΄αόριστον μέσα στην τελωνειακή ένωση της ΕΕ, καθιστώντας πρακτικά αδύνατη τη σύναψη εμπορικών συμφωνιών με άλλες χώρες.

Επιπλέον , και αυτό είναι το χειρότερο , κατά τον Ντίξον, η Βρετανία θα πρέπει να συναινεί με τις εμπορικές πολιτικές του μπλοκ χωρίς να τις ψηφίζει – «χάνουμε και πάλι, αντί να ανακτούμε τον έλεγχο».

Μια βασική υπόσχεση των Leαvers που μπορεί να υλοποιηθεί , αν και είναι άγνωστο προς το παρόν πότε, θα είναι η μείωση των μεταναστευτικών ροών από τις χώρες της ΕΕ.

Αλλά αυτή η εξέλιξη ίσως αποδειχθεί – «δίκοπο μαχαίρι» – π.χ. για το εθνικό σύστημα υγείας (NHS), καθώς μπορεί να περιορισθεί ακόμη περισσότερο ο αριθμός των ιατρών και των νοσοκόμων όταν μάλιστα υπάρχουν ήδη ελλείψεις στα βρετανικά νοσοκομεία.

«Αν μια δημοκρατία δεν μπορεί να αλλάξει γνώμη τότε δεν είναι δημοκρατία»

Οι Brexeteers – οι υποστηρικτές της αποσύνδεσης της χώρας από την ΕΕ – ισχυρίζονται ότι θα ήταν αντιδημοκρατικό να διεξαχθεί ένα δεύτερο δημοψήφισμα καθώς αυτό – «θα ανέτρεπε τη λαϊκή βούληση του 2016». Πρόκειται για ανοησία.

Όπως είχε υπογραμμίσει και ο Ντέιβιντ Ντέιβις (David Davis), αντιευρωπαϊστής και πρώην υπουργός της κυβέρνησης Mέι με αρμοδιότητα τις διαπραγματεύσεις για το Brexit – «εάν η δημοκρατία δεν μπορεί να αλλάξει γνώμη, τότε παύει να είναι δημοκρατία».

Πολλές αλλαγές έχουν σημειωθεί τα τελευταία δυόμισι χρόνια που επιτρέπουν στους βρετανούς ψηφοφόρους να αναθεωρήσουν και να μεταβάλλουν την αρχική τους «βούλησή».

Δεν είναι μόνο το γεγονός ότι η συμφωνία της Τερέζα Μέι κάθε άλλο παρά ικανοποιεί τις φαντασιώσεις και τις δεσμεύσεις του 2016.

Στις ΗΠΑ , ο Ντόναλντ Τραμπ βρίσκεται τώρα στο Λευκό Οίκο και με τις αλλοπρόσαλλες πολιτικές του υπονομεύει την παγκόσμια τάξη, ενώ στη Ρωσία, οι πράκτορες του Βλαντιμίρ Πούτιν κατηγορούνται ότι δηλητηριάζουν ανθρώπους στη Βρετανία.

Το επιχείρημα ότι για λόγους γεωπολιτικούς, το Ηνωμένο Βασίλειο θα πρέπει να συνεργασθεί στενά με τους ευρωπαίους φίλους του για την επίλυση των προβλημάτων και την αξιοποίηση των κοινών ευκαιριών είναι ακόμη πιο ισχυρό απ’ ό,τι στο παρελθόν , σημειώνει ο Ντίξον.

Ένα άλλο επιχείρημα κατά της πρότασης για ένα δεύτερο δημοψήφισμα είναι ότι θα διχάσει περαιτέρω μια ήδη – «θυμωμένη κοινωνία». Αν και δεν πρέπει να θεωρούμε ότι η χώρα ως εκ θαύματος θα μπορούσε να γεφυρώσει τις διαφορές της εν μια νυκτί, ένα νέο δημοψήφισμα ίσως να είναι μέρος μιας θεραπευτικής διαδικασίας.

Μέρος της διαδικασίας για την επούλωση των πληγών που άνοιξαν με το δημοψήφισμα του 2016 είναι η συμμετοχή σε μια έντιμη συζήτηση για τις σχέσεις της Βρετανίας με την ΕΕ παρά οι διακηρύξεις και οι αφορισμοί που βασίζονται σε φαντασιώσεις.

Μια από τις «ανέντιμες» υποσχέσεις των Brexiteers ήταν ο ισχυρισμός ότι η κυβέρνηση θα έχει στη διάθεσή της δεκάδες δισεκατομμύρια λίρες περισσότερα για να δαπανά κάθε χρόνο μετά την απόσυρση από την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Ακριβώς το αντίθετο πρόκειται να συμβεί, όπως δείχνει μια ανάλυση της συμφωνίας Brexit από το ανεξάρτητο Ινστιτούτο Οικονομικών Μελετών (Institute for Fiscal Studies).

Όλο και περισσότεροι πολιτικοί ζητούν το «μέρισμα» που θα δικαιούται η χώρα λόγω της παραμονής στην ΕΕ να διατεθεί για την αντιμετώπιση των βασικών αιτιών του Brexit.

Απαιτούνται π.χ. κονδύλια για τις περιοχές της χώρας στις οποίες οι επενδύσεις – «έχουν στερέψει» – ή έχουν σημειωθεί αιφνίδιες και σημαντικές μεταβολές στη σύνθεση του πληθυσμού. Προς αυτή την κατεύθυνση θα μπορούσε να συμβάλλει ένα δεύτερο δημοψήφισμα .

Ένα ακόμη επιχείρημα κατά ενός νέου δημοψηφίσματος είναι ότι θα προδώσει εκείνους που ψήφισαν η Βρετανία να εγκαταλείψει την ΕΕ.

Αξίζει όμως να αναλογιστεί κανείς για μια στιγμή ότι μήπως οι αρχιτέκτονες της εκστρατείας υπέρ της εξόδου της χώρας από την Ευρωπαϊκή Ένωση είναι αυτοί που ουσιαστικά έχουν προδώσει τις προσδοκίες των ψηφοφόρων τους. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι έκαναν υποσχέσεις που παρέμειναν υποσχέσεις και που ποτέ δεν μπόρεσαν να τις εκπληρώσουν.

Και ο Χούγκο Ντίξον καταλήγει :
«Έχουμε χάσει πάρα πολύ χρόνο για φαντασιώσεις. Μια ώριμη δημοκρατία ασχολείται με την πραγματικότητα. Πρέπει τώρα να ελέγξουμε αν οι ψηφοφόροι επιθυμούν την πραγματικότητα όπως προβλέπεται από τη συγκεκριμένη συμφωνία Brexit ή την πραγματικότητα που έχει σχέση με την παραμονή της χώρας στην ΕΕ».

Βύρων Καρύδης

Print Friendly, PDF & Email



Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *