Search

Brexit : Το τίμημα του διαζυγίου με την ΕΕ

168

Στην περίπτωση μη- συμφωνίας Brexit και οι δύο διεκδικητές της ηγεσίας του Συντηρητικού κόμματος δεν αποκλείουν εάν διαδεχθούν στον πρωθυπουργικό θώκο την Τερέζα Μέι να παρακρατήσουν το σύνολο ή μέρος του ποσού των £39 δισ. που η Βρετανία καλείται να καταβάλλει στις Βρυξέλλες ως τίμημα για την έξοδο από την ΕΕ.

Ο πρώην υπουργός των Εξωτερικών Μπόρις Τζόνσον που θεωρείται το φαβορί στην κούρσα για τη διαδοχή της Μέι στις αρχές του μήνα είχε τονίσει (Sunday Times 05/06) ότι αν οι Ευρωπαίοι δεν προσφέρουν καλύτερους όρους όσον αφορά το Brexit η Βρετανία δεν θα πληρώσει. Χθες ο έτερος εκ των διεκδικητών της ηγεσίας των Τόρις, ο νυν υπουργός των Εξωτερικών , Τζέρεμι Χαντ , σε συνέντευξη του στην ίδια εφημερίδα (Sunday Times 30/06), σημείωσε ότι ως πρωθυπουργός θα εξετάσει το ενδεχόμενο να παγώσει την εκταμίευση μέρους των £ 39 δισ. αν δεν υπάρξει συμφωνία για την αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου από το ευρωπαϊκό μπλοκ.

Ποιο ακριβώς είναι το κόστος της απόσυρσης ;

H Συμφωνία Αποχώρησης (ΣΑ) που είχε γίνει αποδεκτή από την Τερέζα Μέι τον Νοέμβριο του 2018 δεν προέβλεπε ένα συγκεκριμένο ποσό που θα έπρεπε να καταβάλλει η Βρετανία. Βασικά όμως σημεία της συμφωνίας διευκρίνιζαν τη διαδικασία που θα έπρεπε να ακολουθηθεί για να υπολογισθούν οι οικονομικές υποχρεώσεις του Ηνωμένου Βασιλείου έναντι της ΕΕ για να είναι δυνατή η «επισημοποίηση» του διαζυγίου.

Το κόστος του διακανονισμού είχε υπολογισθεί από την κυβέρνηση της κ. Μέι να είναι μεταξύ £ 35 δισ. και £39 δισ. // ( 39-44 δισ. Ευρώ) .

Το μεγαλύτερο μέρος των χρημάτων αυτών , όπως προέβλεπε η ΣΑ και η οποία να θυμίσουμε απορρίφθηκε τρείς φορές από το κοινοβούλιο, θα ήταν οι συνεισφορές της Βρετανίας στον προϋπολογισμό της ΕΕ για τα έτη 2019 και 2020. Πρόκειται για τις συνεισφορές που θα αφορούσαν τη μεταβατική περίοδο κατά την οποία , με τη Βρετανία εκτός ΕΕ, οι εμπορικές σχέσεις Λονδίνου – Βρυξελλών θα παρέμεναν οι ίδιες. Οι διαπραγματεύσεις όμως μεταξύ των δύο πλευρών θα συνεχιζόντουσαν για την επίτευξη μιας τελικής εμπορικής συμφωνίας μέχρι τη λήξη της μεταβατικής περιόδου τον Δεκέμβριο του 2020.

Το Γραφείο Προϋπολογισμού που επιτηρεί τη δημοσιονομική πολιτική της κυβέρνησης είχε υπολογίσει ότι για τη μεταβατική περίοδο οι βρετανικές συνεισφορές στον προϋπολογισμό της ΕΕ θα ανήρχοντο στο ποσό των £ 16.4 δισ. (18 δισ. Ευρώ).

Μετά το 2020 το Λονδίνο θα συνεχίσει να χρωστά χρήματα στις Βρυξέλλες ακόμη για την περίοδο που η χώρα ήταν μέλος της ΕΕ. Το ποσό αυτό υπολογίζεται να είναι περίπου £ 19δισ. (21 δισ. Ευρώ).
Επιπλέον η βρετανική κυβέρνηση καλείται να πληρώσει το ποσό των £ 9 δισ. για τις συντάξεις των υπαλλήλων της ΕΕ που θα έχουν αποχωρήσει από την ενεργό υπηρεσία πρίν από τις 31 Δεκεμβρίου, 2020.

Βεβαίως η ΣΑ εξασφάλιζε ότι η Βρετανία μετά το Brexit θα είχε ορισμένες επιστροφές: £ 3 δισ. (3,5 δισ. Ευρώ) που έχει καταβάλλει στην Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων και εάν μικρό ποσό χρημάτων που έχει συνεισφέρει στο ταμείο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.

Ποιες οι συνέπειες της παρακράτησης των χρημάτων ;

Ορισμένοι έχουν προτείνει η Βρετανία να μην επιτρέψει την εκταμίευση του ποσού των £35 δισ.- £39 δισ. και να το χρησιμοποιήσει ως διαπραγματευτικό χαρτί στις μελλοντικές διαπραγματεύσεις με την ΕΕ. Άλλοι έχουν τη γνώμη ότι με το ποσό αυτό θα πρέπει να ενισχυθεί η βρετανική οικονομία ώστε να αποτραπούν οι δυσμενείς επιπτώσεις από μία μη-συμφωνία Brexit.

To πάγωμα όμως της καταβολής του κόστους για την «αποδέσμευση» από την «αγκαλιά» της ΕΕ μπορεί να έχει νομικές και άλλες συνέπειες.

Η δεξαμενή σκέψης IFG ( Institute for Government) εκτιμά ότι η άρνηση της βρετανικής κυβέρνησης να εκπληρώσει τις οικονομικές της υποχρεώσεις έναντι των 27 μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την προσφυγή της ΕΕ στο Διεθνές Δικαστήριο ή στο Μόνιμο Διαιτητικό Δικαστήριο στη Χάγη.
Σύμφωνα όμως με μια έκθεση της Βουλής των Λόρδων για το Brexit , η Βρετανία μετά την αποχώρησή της – εκτιμούν ορισμένοι νομομαθείς – δεν θα έχει καμία απολύτως νομική υποχρέωση να συνεισφέρει στον προϋπολογισμό της ΕΕ.

Η Κάθριν Μπάρναρντ, καθηγήτρια του Ευρωπαϊκού Δικαίου στο πανεπιστήμιο του Κέιμπριτζ, πρόσφατα σε συνέντευξη που έδωσε στο BBC υπογράμμισε ότι – «κανένας δεν είναι απόλυτα βέβαιος τις πρόκειται να συμβεί αν δεν δώσουμε τα χρήματα» .

Ένα είναι βέβαιο ότι στις μελλοντικές συνομιλίες με την ΕΕ – όπως αυτές που πρέπει να γίνουν για τη σύναψη μιας μόνιμης εμπορικής συμφωνίας – η ατμόσφαιρα που θα επικρατεί στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων θα είναι αρνητική , παρατήρησε η καθηγήτρια Μπάρναρντ.
Οι Βρυξέλλες επανειλημμένα έχουν τονίσει ότι θα αρχίσουν διαπραγματεύσεις με τη βρετανική πλευρά για το εμπόριο αφού πρώτα το Λονδίνο έχει διευθετήσει τις οικονομικές του υποχρεώσεις έναντι της ΕΕ , έχει διασφαλίσει τα δικαιώματα των Ευρωπαίων πολιτών στη Βρετανία και έχει αποδεχθεί το «backstop» για τα ιρλανδικά σύνορα.

Βύρων Καρύδης

Print Friendly, PDF & Email

TAG


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *