Search

Θεολόγοι: «Κίνδυνος να μετατραπούν τα θρησκευτικά σε μάθημα προαιρετικό»

180

Διχασμένοι εμφανίζονται οι θεολόγοι μετά την απόφαση του ΣτΕ που έκρινε αντισυνταγματικά τα νυν προγράμματα σπουδών των Θρησκευτικών. Αν και οι ίδιοι οι θεολόγοι είχαν, μεταξύ άλλων, προσφύγει στη Δικαιοσύνη, η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου δημιούργησε δύο στρατόπεδα: Αυτούς που είναι υπέρ και όσους διαφωνούν με την απόφαση.

Οι περισσότεροι πάντως επισημαίνουν κίνδυνο να μετατραπούν σε προαιρετικό μάθημα τα Θρησκευτικά.

Κατά την κρίση των ανώτατων δικαστών του ΣτΕ, στο Μάθημα των Θρησκευτικών δίνεται έμφαση στην προβολή στοιχείων κοινών με τη διδασκαλία άλλων δογμάτων και θρησκειών (δημοτικό – γυμνάσιο) είτε στη διδασκαλία διαφόρων ηθικών και κοινωνικών ζητημάτων, τα οποία, όμως, αποτελούν αντικείμενο άλλων μαθημάτων ή είναι άσχετα με την ορθόδοξη χριστιανική διδασκαλία. Σύμφωνα με την πλειοψηφία του ανωτάτου δικαστηρίου, σκοπός των Θρησκευτικών είναι η επιδίωξη της ανάπτυξης της ορθόδοξης χριστιανικής συνείδησης και απευθύνεται αποκλειστικά στους ορθόδοξους χριστιανούς μαθητές. Όσοι ανήκουν σε άλλο θρήσκευμα ή είναι άθεοι, σύμφωνα με τους συμβούλους της Επικρατείας, έχουν το δικαίωμα να απαλλαγούν από το μάθημα με μοναδική επίκληση θρησκευτικών λόγων συνείδησης.

Αυτή η απόφαση και το σκεπτικό της προκάλεσε ποικίλες αντιδράσεις στα κόμματα και στην κοινή γνώμη, αλλά δίχασε και τους θεολόγους. Μια μερίδα νιώθει δικαιωμένη, άλλοι ωστόσο αντιδρούν. Ο Πανελλήνιος Θεολογικός Σύνδεσμος «Καιρός» σε ανακοίνωσή του αναφέρει ότι «με τις αποφάσεις του ΣτΕ δημιουργούνται οι προϋποθέσεις ώστε τα Θρησκευτικά να καταστούν ουσιαστικά επιλεγόμενο και προαιρετικό μάθημα, για πρώτη φορά στην ιστορία του ελληνικού σχολείου, αφού με μόνη την επίκληση της θρησκευτικής του συνείδησης κάθε μαθητής θα μπορεί να απαλλάσσεται, ακόμη και κάθε ορθόδοξος χριστιανός μαθητής, ακόμη και εκείνος ο οποίος θα προτιμά για λόγους προσωπικής διευκόλυνσης να παρακολουθεί ένα μάθημα λιγότερο».

Δύο κατηγορίες μαθητών

«Οδηγούμαστε σε δύο κατηγορίες μαθητών: αυτούς που θα παρακολουθούν το ορθόδοξο μάθημα και αυτούς που θα επιλέγουν να μην το παρακολουθούν. Το δεδομένο αυτό δεν αποτελεί ουσιαστικά κοινοποίηση των θρησκευτικών φρονημάτων τόσο των ορθόδοξων όσο και των μη ορθόδοξων μαθητών; Και μια τέτοια πρακτική διάκρισης δεν θα προαγάγει τελικά την άγνοια του άλλου και άρα τη διαθρησκευτική προκατάληψη;» αναρωτιούνται οι θεολόγοι και σημειώνουν ότι η εισαγωγή «ισότιμου» εναλλακτικού μαθήματος, όπως ζητεί το ΣτΕ, αποτελεί σοβαρή αρνητική εξέλιξη, επειδή μέσω αυτής γενικεύεται η εφαρμογή της πολυθρησκειακής και πολυομολογιακής οργάνωσης της θρησκευτικής εκπαίδευσης.

Επίσης, θέτουν το ερώτημα τι θα γίνει με τους μαθητές που δεν έχουν καταλήξει στο τι ακριβώς πιστεύουν ή έχουν τάσεις αμφισβήτησης, το οποίο είναι δικαιολογημένο στο πλαίσιο της εφηβείας τους. «Προφανώς το νέο μάθημα των Θρησκευτικών, όπως το περιγράφει το ΣτΕ, δεν τους περιλαμβάνει, αφού απευθύνεται “αποκλειστικά” σε ορθόδοξους χριστιανούς. Ποιο ακριβώς “ομολογιακό” ή “κατηχητικό” μάθημα θα παρακολουθήσουν αυτοί οι μαθητές, που ίσως να αποτελούν και την απόλυτη πλειονότητα των μαθητών στα σημερινά ελληνικά σχολεία;» ρωτά ο Σύνδεσμος.

Όπως τονίζουν στην ανακοίνωσή τους οι θεολόγοι, «οφείλουμε να κρούσουμε τον κώδωνα του κινδύνου προς κάθε αρμόδιο και υπεύθυνο για το γεγονός ότι δημιουργούν εξαιρετικά αρνητικά δεδομένα τόσο για το Μάθημα των Θρησκευτικών, όσο και για την εν γένει θρησκευτική εκπαίδευση στην Ελλάδα. Καλούν τέλος την ηγεσία του υπουργείου Παιδείας «να εξετάσει προσεκτικά όλες τις παραμέτρους –εθνικές, εκπαιδευτικές και θρησκευτικές– του θέματος που προέκυψε και να μην προβεί σε βεβιασμένες κινήσεις, που θα δημιουργούσαν τεράστια προβλήματα στη λειτουργία των σχολείων αλλά και στα ίδια τα θεμέλια του εκπαιδευτικού μας συστήματος».

Ισίδωρος Ρούσσος

Print Friendly, PDF & Email



Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *