«Πιστεύουμε βαθιά ότι πρέπει να υπάρξει μια Κοινή Ευρωπαϊκή Άμυνα. Η συνάντηση στη Βαρσοβία και ιδιαίτερα η συζήτηση για το ReArm Europe, αλλά και τα ζητήματα της Ουκρανίας, είναι κάτι το εξαιρετικά σημαντικό. Η ευρωπαϊκή ατζέντα (“Readiness 2030”), συμπίπτει με τη δική μας «Ατζέντα 2030». Πρέπει να υπάρξουν τα χρηματοδοτικά εργαλεία, τα οποία θα βοηθήσουν να δημιουργηθεί η Ευρωπαϊκή Άμυνα », είπε ο υπουργός Εθνικής Άμυνας Νίκος Δένδιας στην παρέμβασή του στο άτυπο Συμβούλιο Εξωτερικών Υποθέσεων και Άμυνας της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τη συμμετοχή των Υπουργών Άμυνας, το οποίο διοργάνωσε η πολωνική προεδρία στη Βαρσοβία. Οι κύριες θεματικές του Συμβουλίου αφορούσαν το Σχέδιο ReArm Europe, τη Λευκή Βίβλο για την Ευρωπαϊκή Άμυνα και την κατάσταση στην Ουκρανία.
Η συζήτηση γύρω από τη στρατιωτική αυτονομία της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχει επανέλθει δυναμικά στο προσκήνιο, με αφορμή τον συνεχιζόμενο ρωσο-ουκρανικό πόλεμο και τη γενικότερη αίσθηση αστάθειας στην ευρύτερη γεωπολιτική σκηνή. Ωστόσο, η άμεση δημιουργία μιας αμιγώς ευρωπαϊκής στρατιωτικής δύναμης με επιχειρησιακή παρουσία στο ουκρανικό μέτωπο δεν είναι εφικτή τη δεδομένη χρονική στιγμή. Η έλλειψη κοινής στρατηγικής κουλτούρας, η απουσία ενοποιημένης στρατιωτικής διοίκησης και οι διαφορετικές εθνικές προσεγγίσεις στο ζήτημα της άμυνας λειτουργούν ως βασικά εμπόδια, που αναστέλλουν την υλοποίηση της Κοινής Ευρωπαϊκής αμυντικής πολιτικής και ευρωπαϊκής στρατιωτικής ισχύος. Κατά την πρόσφατη άτυπη σύνοδο κορυφής της Ε.Ε., οι ευρωπαίοι ηγέτες επιβεβαίωσαν την ανάγκη για περαιτέρω στρατιωτικοποίηση της Ε.Ε. και ενίσχυση της αμυντικής τους ικανότητας, ως συμμαχία κρατών. Δόθηκε έμφαση στην αναβάθμιση της ευρωπαϊκής αμυντικής βιομηχανίας, στην επιτάχυνση των εξοπλιστικών επενδύσεων και στη στενότερη συνεργασία μεταξύ των κρατών-μελών. Αποφασίστηκε να διατεθεί ένα ποσό 800 δις ευρώ για αγορά πολεμικού υλικού από τα κράτη – μέλη της Ε.Ε. , υπο την μορφή «προνομιακού» δανεισμού, ώστε να ενισχυθεί η κοινή ευρωπαϊκή άμυνα. Ωστόσο, δεν υπήρξε συγκεκριμένη δέσμευση για τη συγκρότηση ενός ενιαίου ευρωπαϊκού στρατού ή την αποστολή ευρωπαϊκών δυνάμεων σε ζώνες πολέμου, όπως η Ουκρανία. Είναι επιεικώς ανόητο το επιχείρημα, ότι είναι δυνατόν να σταλεί ευρωπαϊκή στρατιωτική ειρηνευτική δύναμη στο ρωσο-ουκρανικό πολεμικό μέτωπο, ανάμεσα στα ρωσικά και ουκρανικά στρατεύματα, για την τήρηση κάποιας εκεχειρίας. Ο ευρωστρατός, αν ποτέ συγκροτηθεί, έστω και μισθοφορικός από τους πρόθυμους, θα είναι δίπλα στον ουκρανικό και απέναντι στα ρωσικά στρατεύματα. Το Κρεμλίνο το έχει ξεκαθαρίσει, ότι ευρωπαϊκά στρατεύματα στο ρωσο-ουκρανικό μέτωπο αποτελούν στρατιωτικό στόχο για την Ρωσία.
Σχετικά με την πραγματική ή υποτιθέμενη ρωσική απειλή για την Ε.Ε.
Η ρωσική απειλή εκλαμβάνεται ως πραγματική και άμεση, κυρίως από τις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης και για αυτό η Κομισιόν, εκτιμώντας και το ρήγμα ΗΠΑ-ΕΕ επιχειρεί να απεξαρτηθεί από το ΝΑΤΟ και να δημιουργήσει μια αμιγώς ευρωπαϊκή στρατιωτική δύναμη. Ωστόσο, η Ευρωπαϊκή Ένωση εξακολουθεί να βασίζεται στον ρόλο του ΝΑΤΟ ως βασικού εγγυητή της συλλογικής άμυνας και στην Ευρώπη. Παρά τις φιλοδοξίες για “στρατηγική αυτονομία”, η Ε.Ε. δεν διαθέτει ακόμη τους μηχανισμούς, τις υποδομές και την επιχειρησιακή ετοιμότητα που θα της επέτρεπαν να αντιμετωπίσει μόνη της εξωτερικές απειλές. Το ΝΑΤΟ παραμένει ο θεμέλιος λίθος της ευρωπαϊκής ασφάλειας, ιδιαίτερα όσο η στρατιωτική ενοποίηση της Ευρώπης παραμένει σε πρώιμο στάδιο. Για αυτό ακριβώς, αποστολή ευρωστρατού στο ρωσο-ουκρανικό μέτωπο, χωρίς την αρωγή του ΝΑΤΟ, είναι “αυτοκτονικός ιδεασμός” αυτοκαταστροφική συμπεριφορά των ηγετών της Ε.Ε.
Χρήστος Καπούτσης



