«Η γεωπολιτική σημασία της νησίδας Ρω είναι τεράστια, όπως και του συμπλέγματος της Μεγίστης, του Καστελόριζου. Το σύμπλεγμα της Μεγίστης είναι τμήμα των Δωδεκανήσων. Είναι σημείο αναφοράς για την κυριαρχία και τα κυριαρχικά δικαιώματα της Πατρίδας μας, για την Αποκλειστική Οικονομική μας Ζώνη (ΑΟΖ). Οποιαδήποτε θεώρηση των Δωδεκανήσων ή του συμπλέγματος της Μεγίστης ως απομονωμένου, συνιστά νομίζω προσέγγιση εκτός πραγματικότητας Διεθνούς Δικαίου, εκτός πραγματικότητας της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας» είπε ο Υπουργός Εθνικής Άμυνας Νίκος Δένδιας, που επισκέφτηκε την έδρα της Δυνάμεως Αμύνης Νήσου (ΔΑΝ) Μεγίστης, όπου περιηγήθηκε στις εγκαταστάσεις της. Ακολούθως, ο Υπουργός Εθνικής Άμυνας μετέβη στη Ρω, όπου κατέθεσε στέφανο στο μνημείο της «Κυράς της Ρω», Δέσποινας Αχλαδιώτου και παρέστη στα εγκαίνια και στον αγιασμό του νεόδμητου Επιτηρητικού Στρατιωτικού Φυλακίου.(σ.σ. Η λέξη Ρω είναι άκλιτη, όπως και πολλές τοπωνυμίες, γι’ αυτό παραμένει ίδια σε όλες τις πτώσεις).
Η σημασία του Καστελόριζου, είναι τεράστια, για την οριοθέτηση των θαλασσίων ζωνών στην Ανατολική Μεσόγειο.
Η οριοθέτηση των θαλασσίων ζωνών στην Ανατολική Μεσόγειο αποτελεί μείζον ζήτημα διεθνούς δικαίου και περιφερειακής γεωστρατηγικής, το οποίο δύναται να έχει πρακτικό αντίκρισμα μόνο υπό την προϋπόθεση συναίνεσης όλων των παράκτιων κρατών: Τουρκίας, Ελλάδας, Κύπρου, Συρίας, Λιβάνου, Ισραήλ, Αιγύπτου, Λιβύης και Ιταλίας. Σε αντίθετη περίπτωση, κάθε μερική οριοθέτηση εμπεριέχει τον κίνδυνο έντασης, αμφισβητήσεων ή και σύγκρουσης. Για την Ελλάδα, το κρίσιμο στρατηγικό διακύβευμα είναι η ένταξη του νησιωτικού συμπλέγματος του Καστελόριζου, δηλαδή της Μεγίστης, της Ρω και της Στρογγύλης, στον υπολογισμό της ελληνικής Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης (ΑΟΖ). Η αρχή αυτή εδράζεται στο άρθρο 121 της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS, Montego Bay 1982), όπου ρητώς αναφέρεται ότι τα κατοικημένα νησιά που διαθέτουν οικονομική ζωή έχουν πλήρη επήρεια σε υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ, όπως και οι ηπειρωτικές εδαφικές εκτάσεις.
Το Καστελόριζο, πέραν της νομικής θεμελίωσης, έχει καθοριστική γεωπολιτική σημασία: αποτελεί το ανατολικότερο άκρο της ελληνικής επικράτειας και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, απέχει μόλις 1,25 ναυτικά μίλια από τις τουρκικές ακτές και 72 ν.μ. από τη Ρόδο, και λειτουργεί ως κρίκος που συνδέει τις θαλάσσιες ζώνες Ελλάδας, Κύπρου και Αιγύπτου. Η ένταξή του στην ελληνική ΑΟΖ αποτρέπει την απευθείας επαφή των θαλασσίων ζωνών Τουρκίας–Αιγύπτου, γεγονός που ακυρώνει γεωστρατηγικά το τουρκολιβυκό «μνημόνιο» του 2019.
Η Τουρκία, ωστόσο, αρνείται την πλήρη επήρεια του Καστελόριζου και προβάλλει τη θέση ότι ένα μικρό νησί τόσο κοντά στις τουρκικές ακτές δεν μπορεί να στερεί από την ίδια εκτενείς θαλάσσιες ζώνες. Επιπλέον, προωθεί τη θεωρία ότι το σύμπλεγμα των νησίδων του Καστελορίζου «επικάθεται» επί της τουρκικής υφαλοκρηπίδας, άρα δεν διαθέτει ούτε αυτόνομη ΑΟΖ ούτε δικαιούται υφαλοκρηπίδας, επικαλούμενη γεωλογικά και όχι νομικά κριτήρια. Δεν είναι τυχαίο ότι η Άγκυρα αποφεύγει συστηματικά τη χρήση του όρου “ΑΟΖ” και επιμένει να μιλά μόνο για “υφαλοκρηπίδα”, όρο που εξυπηρετεί την ερμηνεία της περί “εγγενών” δικαιωμάτων, αγνοώντας το γεγονός ότι η ΑΟΖ είναι νομικοπολιτική και όχι γεωλογική έννοια.
Η τουρκική αντίδραση εντείνεται από το στρατηγικό βάθος που προσδίδει το Καστελόριζο στην Ελλάδα: αν γίνει αποδεκτό ότι η ελληνική ΑΟΖ περιλαμβάνει το νησιώτικο σύμπλεγμα του Καστελόριζου, τότε η Ελλάδα, η Κύπρος και η Αίγυπτος διαθέτουν κοινά σύνορα, αποκλείοντας πλήρως την Τουρκία από διεκδικήσεις σε μεγάλο τμήμα του υποθαλάσσιου ορυκτού πλούτου , κυρίως φυσικό αέριο και συνεπώς από τις νότιες ενεργειακές εξελίξεις της Ανατολικής Μεσογείου. Και συγκεκριμένα, , από τον υποθαλάσσιο πλούτο της λεγόμενης λεκάνης του Ηροδότου, που σύμφωνά με τους ειδικούς είναι μία από τις πλέον ελπιδοφόρες περιοχές για εκμετάλλευση φυσικού αερίου στην Ανατολική Μεσόγειο.
Η μερική συμφωνία Αιγύπτου–Ελλάδας το 2020 δεν περιέλαβε το Καστελόριζο, γεγονός που ερμηνεύθηκε και ως διπλωματικός συμβιβασμός (υπουργός Εξωτερικών Ν. Δένδιας) με σκοπό την έναρξη διαπραγματεύσεων και υπό την πιεστική απειλή της τουρκικής επιθετικότητας ,που είχε τη μορφή επίδειξης στρατιωτικής ισχύος.
Σε κάθε περίπτωση, η πλήρης αναγνώριση της επήρειας του Καστελόριζου συνιστά στρατηγική γραμμή άμυνας για την Ελλάδα, όχι μόνο για την εξασφάλιση κυριαρχικών της δικαιωμάτων, αλλά και για τη διατήρηση της συνεκτικότητας του ενιαίου θαλάσσιου μετώπου με την Κύπρο και την Αίγυπτο. Σε διαφορετική περίπτωση, η Ελλάδα κινδυνεύει να εγκλωβιστεί γεωπολιτικά, παραχωρώντας ζωτικό χώρο επιρροής στην Τουρκία στην καρδιά της Ανατολικής Μεσογείου.
Συμπερασματικά: Η επίλυση των ελληνοτουρκικών διαφορών, σχετικά με την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας και της ΑΟΖ, ειδικά στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο, δεν μπορεί, παρά να αναζητηθεί, εντός του πλαισίου της διεθνούς νομιμότητας. «Αν η γειτονική Τουρκία στην πορεία της στο μέλλον, ελπίζω προσέγγισης προς την Ευρώπη και όχι απόκλισης, επιλέξει να υπογράψει τη Σύμβαση για το Δίκαιο της Θάλασσας, τότε το 95%, για να μην πω το 100%, της διαφοράς της με την Ελλάδα θα έχει επιλυθεί» δήλωσε ο ΥΕΘΑ Ν. Δένδιας, από το Καστελόριζο. Η δήλωση του υπουργού Εθνικής Άμυνας που έγινε, ενώπιον του Αρχηγού ΓΕΕΘΑ Στρατηγού Δημητρίου Χούπη και του Δημάρχου Μεγίστης Νικολάου Ασβέστη, εμπεριέχει ένα σαφές μήνυμα στρατηγικής εθνικής ενότητας: οι Ένοπλες Δυνάμεις και η Τοπική Αυτοδιοίκηση, παρούσες στο έσχατο σύνορο της ελληνικής Επικράτειας, συνιστούν τα θεσμικά κρηπιδώματα της εθνικής κυριαρχίας και της εδαφικής ακεραιότητας. Η Ελλάδα επιδιώκει τη διευθέτηση των διαφορών της με την Τουρκία αποκλειστικά μέσω του διεθνούς δικαίου και όχι μέσω διμερών ή τριμερών συσχετισμών ισχύος ή ευρωπαϊκής ή αμερικάνικης επιδιαιτησίας, αφού εθνικά κυριαρχικά δικαιώματα δεν είναι προς διαπραγμάτευση. Η ένταξη της Άγκυρας στο νομικό πλέγμα της UNCLOS δεν αποτελεί απλώς μια πράξη συμμόρφωσης προς την διεθνή νομιμότητα, αλλά θεμελιώδη προϋπόθεση ειρηνικής συνύπαρξης και περιφερειακής σταθερότητας στην Ανατολική Μεσόγειο.
Χρήστος Καπούτσης



