Η αποπομπή Ελλήνων και Ευρωπαίων αξιωματούχων από τη Βεγγάζη σηματοδοτεί τη σταδιακή απώλεια γεωπολιτικής επιρροής της Αθήνας στην Ανατολική Λιβύη. Και στο ίδιο χρονικό διάστημα, η Κρήτη δέχεται ανεξέλεγκτες μεταναστευτικές ροές, που συνιστά και μία ακόμη επισήμανση, ότι η ασφάλεια της Ανατολικής Μεσογείου δεν είναι πλέον αυτονόητη. Το διπλωματικό θερμόμετρο ανάμεσα στην Ελλάδα και την Ανατολική Λιβύη έχει ανέβει επικίνδυνα, καθώς μία ακόμη πρωτοβουλία της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατέρρευσε στο πεδίο της πολιτικής αναξιοπιστίας. Η κοινή αποστολή αρμόδιων υπουργών Ελλάδας, Ιταλίας και Μάλτας, με τη συνοδεία του Επιτρόπου Μετανάστευσης της Ε.Ε., προσγειώθηκε στο αεροδρόμιο της Βεγγάζης, χωρίς να καταφέρει ποτέ να αποβιβαστεί. Η διοίκηση του στρατάρχη Χαλίφα Χαφτάρ, ενοχλημένη από τους όρους της επίσκεψης, ότι οι Ευρωπαίοι απαιτούσαν να συναντήσουν αποκλειστικά τον ίδιο και όχι θεσμικούς εκπροσώπους της κυβέρνησης, τους χαρακτήρισε personae non gratae και τους ανάγκασε σε άμεση αποχώρηση. Πίσω από το επεισόδιο κρύβεται μια πολύ σοβαρότερη στρατηγική πραγματικότητα: η Ε.Ε. εξακολουθεί να μην αναγνωρίζει τη διοίκηση της Ανατολικής Λιβύης και τον Χαφτάρ ως νόμιμο εκπρόσωπο του λιβυκού κράτους. Η αποπομπή των Ευρωπαίων συνιστά διπλωματικό φιάσκο για τις Βρυξέλλες, αλλά και μια οδυνηρή υπενθύμιση για την Αθήνα: η Ελλάδα χάνει σταθερά το στρατηγικό της έρεισμα στη Βεγγάζη, τη στιγμή ακριβώς που η Τουρκία επιχειρεί να επικυρώσει πολιτικά και να εφαρμόσει επί του πεδίου το τουρκολιβυκό μνημόνιο.
Προκύπτει το εξής ερώτημα, ως άσκηση απλής διπλωματικής λογικής: Πώς είναι δυνατόν μια υψηλού επιπέδου ευρωπαϊκή αποστολή να ταξιδεύει στη Βεγγάζη, να ζητά συνάντηση με τον στρατάρχη Χαφτάρ , το οποίο όμως, δεν τον αναγνωρίζει ως θεσμικό συνομιλητή; Αυτό το διπλωματικό παράδοξο οδήγησε σε απόρριψη της συνάντησης από την ανατολική κυβέρνηση της Λιβύης και κατέληξε σε ένα φιάσκο προβλέψιμο. Η Ευρωπαϊκή Ένωση, αντί να χαράσσει ενιαία στρατηγική για τη Λιβύη, παλινδρομεί ανάμεσα στην επίσημη στήριξη της Τρίπολης και τις σκιώδεις επαφές με τη Βεγγάζη. Και τελικά, κανείς δεν την παίρνει στα σοβαρά. Η Ελλάδα, η Ιταλία και η Μάλτα γύρισαν πίσω χωρίς πολιτικό αποτέλεσμα και με σοβαρό επικοινωνιακό κόστος. Σε τέτοιες περιοχές, η διπλωματία απαιτεί σαφή θέση , όχι προσχηματικές αποστολές.
Η ελληνική διπλωματία είχε επενδύσει στη Βεγγάζη, από την ανακατασκευή του λιμένα έως επαφές υψηλού επιπέδου με τον ίδιο τον Χαφτάρ. Ωστόσο, δεν κατάφερε να μετατρέψει αυτές τις κινήσεις σε σταθερά πολιτικά ερείσματα και σε γεωστρατηγικό βάθος. Σήμερα, η εικόνα αντιστρέφεται: ο Χαφτάρ, άλλοτε στενός συνομιλητής της Αθήνας, διατηρεί ανοικτούς διαύλους με την Άγκυρα. Η Τουρκία, που μέχρι πρότινος τον χαρακτήριζε «εγκληματία πολέμου», συνομιλεί πλέον τόσο με την κυβέρνηση της Τρίπολης όσο και με τη διοίκηση της Ανατολικής Λιβύης.
Η Άγκυρα επιδιώκει να νομιμοποιήσει το τουρκολιβυκό σύμφωνο μέσω της Ανατολικής Λιβυκής Βουλής. Αν συμβεί αυτό, το ελληνικό αφήγημα περί «ανυπόστατης συμφωνίας» θα δεχτεί ισχυρό πλήγμα. Η νομική της ακύρωση θα υπονομευθεί πολιτικά, επιτρέποντας την de facto εφαρμογή του συμφώνου με όρους διεθνούς σχετικοποίησης.
Στο μεταξύ, η Κρήτη δέχεται αυξανόμενες μεταναστευτικές ροές από τα λιβυκά παράλια, μετατρέποντας το ζήτημα από ανθρωπιστικό σε ζήτημα εθνικής ασφάλειας. Σύμφωνα με δηλώσεις του Πρωθυπουργού, στην περιοχή νοτίως της Κρήτης έχουν αναπτυχθεί δύο φρεγάτες και ένα πλοίο γενικής υποστήριξης του Πολεμικού Ναυτικού. Σκοπός είναι η αποτροπή των διακινητών, αλλά και η δημιουργία ισχυρής αποτρεπτικής παρουσίας σε ένα ασταθές επιχειρησιακό περιβάλλον. Εάν το τουρκολιβυκό μνημόνιο εφαρμοστεί στην πράξη, η Ελλάδα δεν θα έχει να αντιμετωπίσει απλώς μια διπλωματική διαφωνία, αλλά μια άμεση στρατηγική απειλή επί του πεδίου. Απειλούνται ευθέως ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα. Σε αυτή την περίπτωση, η παρουσία του Πολεμικού Ναυτικού δεν θα αρκεί να είναι παρατηρητική. Θα πρέπει να μετατραπεί σε ενεργή και, εφόσον παραβιαστεί η ελληνική υφαλοκρηπίδα, σε επιχειρησιακή.
Το γεωπολιτικό περιβάλλον επιβαρύνεται περαιτέρω από την αυξανόμενη στρατιωτική παρουσία της Ρωσίας στην Ανατολική Λιβύη, ενώ η Αίγυπτος, παρά τις στρατηγικές σχέσεις με τον Χαφτάρ, διατηρεί αποστάσεις, υπό το βάρος των ρωσοτουρκικών εξισορροπητικών παρεμβάσεων. Η Λιβύη, αναδιατάσσεται γεωπολιτικά, χωρίς η Αθήνα να διαθέτει ρόλο ισχύος στο νέο περιβάλλον. Αν η Ελλάδα δεν επανεπεξεργαστεί άμεσα μια ενεργητική, πολυδιάστατη και ρεαλιστική στρατηγική επαναπροσέγγισης με τη Βεγγάζη και ευρύτερα με το λιβυκό κράτος, τότε η “υπόθεση Χαφτάρ” δεν θα καταγραφεί απλώς ως μια χαμένη ευκαιρία. Θα μείνει ως παράδειγμα γεωστρατηγικής έκπτωσης σε μια περιοχή κομβική για την εθνική ασφάλεια.
Το κρίσιμο ερώτημα, τελικά, δεν είναι αν έχουμε δίκιο απέναντι στο τουρκολιβυκό σύμφωνο. Αυτό είναι αυτονόητο με βάση το Διεθνές Δίκαιο. Το ερώτημα είναι αν διαθέτουμε την πολιτική στρατηγική, τη διπλωματική επιμονή και τα αποτρεπτικά μέσα για να διασφαλίσουμε, νομίμως και αποτελεσματικά, τα ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα. Διότι κατέστη σαφές το εξής: η Λιβύη δεν συγχωρεί λάθη και δεν ξεχνά ποτέ ποιος έχει δίπλα του την Άγκυρα και ποιος απλώς έφτασε καθυστερημένα στο αεροδρόμιο της Βεγγάζης.
Χρήστος Καπούτσης



