Συμβαίνει τώρα

Θέρος

Του Παύλου Μεθενίτη

Η λέξη για το θέρος, την πιο ζεστή εποχή του χρόνου, δηλαδή το «καλοκαίρι», είναι καθαρά ελληνικό δημιούργημα. Ετυμολογικά, η λέξη παράγεται από το μεσαιωνικό «καλοκαίριν», κι αυτό από το μεταγενέστερο «καλοκαιρία», που είναι ο όμορφος και καλός καιρός, ο ηλιόλουστος και ζεστός.

Ομόρριζα με την αρχαία λέξη «θέρος», με την σημασία του «ζεστού», είναι το λατινικό «formous», και το αγγλικό «warm». Οι λέξεις «θερμός», «θερίζω» και «θέρετρο» έχουν κοινή προέλευση με το «θέρος», που όταν είναι αρσενικό (ο θέρος) σημαίνει τον θερισμό. «Θερίζω», σε μια αγροτική χώρα όπως η Ελλάδα, σημαίνει, κυριολεκτικά, «κόβω στάχυα ή χόρτα με το δρεπάνι», και μεταφορικά «αποκομίζω εμπειρίες, απολαμβάνω τα αποτελέσματα των κόπων και των προσπαθειών μου» – συνώνυμο: «δρέπω». Όμως το «θερίζω» έχει και μια τρίτη σημασία: φονεύω ομαδικά, αφανίζω. Στην ελληνική παράδοση, και όχι μόνο, ο Χάροντας κρατά δρεπάνι, με το οποίο θερίζει τις ψυχές, τα ανθρώπινα στάχυα. Είναι δύσκολο να συνδέσεις το θέρος, το όμορφο καλοκαίρι και τα ηδονικά παρελκόμενά του, με αυτή την ψυχρή και ζοφερή εικόνα, όταν μάλιστα «θερίζω» σημαίνει επίσης «προκαλώ ισχυρό πόνο, βασανίζω». Δεν θα ήταν σωστό όμως να τελειώσουμε έτσι, άσχημα, με το θέρος.

Οπότε και πάλι θα καταφύγουμε στην ποίηση, στον Ανδρέα Εμπειρίκο, που είχε γράψει για κάποιο θέρος: «Tότε εγώ, με ισχυρόν παλμόν καρδίας, σταμάτησα για μια στιγμή, ακίνητος μέσα στο πλήθος, ως άνθρωπος που δέχεται αποκάλυψιν ακαριαίαν, ή ως κάποιος που βλέπει να γίνεται μπροστά του ένα θαύμα και ανέκραξα κάθιδρως:”Θεέ ! O καύσων αυτός χρειάζεται για να υπάρξη τέτοιο φως! Tο φως αυτό χρειάζεται, μια μέρα για να γίνη μια δόξα κοινή, μια δόξα πανανθρώπινη, η δόξα των Eλλήνων, που πρώτοι, θαρρώ, αυτοί, στον κόσμον εδώ κάτω, έκαμαν οίστρο της ζωής τον φόβο του θανάτου»

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

ΟΛΕΣ ΟΙ ΕΙΔΗΣΕΙΣ