Γνωρίζετε ποιος είναι ο χωσιματίας; Είναι αυτός που ξέρει να χώνεται, δηλαδή να μπαίνει σφήνα κάπου, να εισδύει, να εισέρχεται. «Χώνομαι» σημαίνει επίσης «κρύβομαι», «εμπλέκομαι», ή «επεμβαίνω κάπου, αναμειγνύομαι». Ετυμολογικά, ο «χωσιματίας» προέρχεται από το «χώνω», δηλαδή «βάζω κάτι βαθιά, μπήγω ένα αντικείμενο μέσα σε ένα άλλο».
«Χώνω», στην καθομιλουμένη σημαίνει «εξαπατώ, φορτώνω στον άλλο τη δική μου υποχρέωση». Στη στρατιωτική αργκό, ο χωσιματίας «χώνει» κόσμο, δηλαδή αγγαρεύει τους συναδέλφους του να κάνουν τη σκοπιά, ή τη βαριά δουλειά που έχει χρεωθεί ο ίδιος. Ο χωσιματίας στρατιώτης, που ευνοείται παρατύπως και σκανδαλωδώς από τον επιλοχία ή το λοχαγό όντας «τσάτσος», δηλαδή γλείφτης, θα βυσματώσει άλλους, θα χώσει άλλους να πάνε να καθαρίσουν τις τουαλέτες ή να φυλάξουν το γερμανικό νούμερο στη χειρότερη σκοπιά του στρατοπέδου.
Σημειωτέον πως ο χωσιματίας μπορεί να αυτοπροσδιορίζεται ως αριστερός ή δεξιός, αλλά στην πραγματικότητα μόνο για την πάρτη του νοιάζεται. Δεν κοιτά πολιτικές παρατάξεις, ιδεολογίες, συντροφικότητες, ηλικίες, οικονομική κατάσταση, θρήσκευμα ή φύλο. Αμερόληπτα χώνεται παντού, χώνεται σε όλους, παραβιάζοντας κάθε επετηρίδα, ή προτεραιότητα. Ο χωσιματίας θα σερβιριστεί πρώτος, θα μπει πρώτος στο ασανσέρ, θα ψωνίσει πρώτος και θα πάρει πρώτος την προαγωγή στην εταιρική ιεραρχία, ενώ ο ικανότερος υπάλληλος θα φάει τη σκόνη του. Ο χωσιματίας θα παρκάρει αστραπιαία στη θέση στάθμευσης που ετοιμάζεσαι να την πιάσεις με αναμμένα αλάρμ, θα χειρουργηθεί πριν από σένα στο νοσοκομείο, θα είναι αυτός που θα πάρει τη θέση εργασίας, που πιστεύεις αφελώς πως σου ανήκει, ως ικανότερος, πιο καταρτισμένος και πιο έμπειρος που είσαι.
Καμιά σημασία δεν έχουν όλα αυτά για τον χωσιματία, που όχι απλώς έχει τις άκρες με τον διευθυντή, τον λοχία, τον ταμία, τον σερβιτόρο, τον γενικό γραμματέα ή τον υπουργό, παρά κατέχει μιαν απαράμιλλη δεξιότητα, που του επιτρέπει να καλοπερνάει στην Ελλάδα: την τέχνη του χωσίματος.
Παύλος Μεθενίτης



