«Στο Άλτος δε λα Κασκάδα κανείς μας δεν προσέχει να μην τον δουν οι γείτονες. Οι γείτονες είναι πολύ μακριά. Κάπου πίσω απ’ τα δέντρα. Αδύνατον να φανταστείς ότι κάποιος σε κατασκοπεύει απ’ τη βελανιδιά του ίδιου σου του κήπου (σ. 234)».
Σ’ ένα ιδιωτικό προάστιο του Μπουένος Άιρες όλα είναι άκρως τακτοποιημένα, τουλάχιστον φαινομενικά. Τριακόσιες πολυτελείς κατοικίες, τριακόσιοι περιποιημένοι κήποι, απόλυτη ασφάλεια, εγγυημένη προστασία και καθαριότητα. Οι τυχεροί κάτοικοι, με υψηλό αντίτιμο βέβαια, έχουν αφήσει απέξω κάθε απειλητικό ή ενοχλητικό στοιχείο. Μια βραδιά, όμως, η καθιερωμένη συνάντηση τεσσάρων φίλων καταλήγει σε τραγωδία. Οι τρεις βρίσκονται νεκροί, αφήνοντας πίσω τους τις αποκαλούμενες «χήρες της Πέμπτης».
Η Κλαούδια Πινιέιρο, η τρίτη πιο μεταφρασμένη συγγραφέας της Αργεντινής μετά τον Κορτάσαρ και τον Μπόρχες και δικαίως εξαιρετικά δημοφιλής, δεν γράφει απλά αστυνομική λογοτεχνία. Το κάθε βιβλίο της είναι μια βαθιά κοινωνιολογική και ανθρωποκεντρική μελέτη, κάποιες φορές με καυστική και αιχμηρή ματιά, άλλες με συμπονετική διάθεση, πάντα ωστόσο εύστοχη και καίρια. Εδώ, σ’ ένα από τα πρώτα της μυθιστορήματα (2005), απεικονίζει μια ολόκληρη εποχή και κοινωνία που στηρίζεται στη βιτρίνα, στην εικόνα και τελειότητα, κρύβοντας το κενό, την υποκρισία και τους κινδύνους, έτοιμη να καταρρεύσει στην όποια οικονομική ανασφάλεια. Είκοσι χρόνια μετά την πρώτη έκδοσή του, το βιβλίο παραμένει επίκαιρο, ανατριχιαστικά διαχρονικό.
«Τα Άλτος δε λα Κασκάδα είναι μια μεγάλη οικογένεια, μ’ έναν μεγάλο κήπο. Συνεπώς, η ίδια η οικογένεια κρίνει το αδίκημα και επιβάλλει την τιμωρία. Μέσω της Επιτροπής Πειθαρχίας. Η δικαιοσύνη της χώρας, η έξω, των δικαστηρίων, του Δικαστικού Μεγάρου, δεν χρειάζεται σχεδόν ποτέ να παρέμβει. Στις κατ’ έγκληση υποθέσεις αν δεν γίνει καταγγελία, δεν υπάρχει έγκλημα. Και στις αυτεπάγγελτες, εκείνος που θα μπορούσε να κάνει την καταγγελία χαμπάρι δεν παίρνει. Ή κάνει ότι δεν παίρνει χαμπάρι. Στα Άλτος δε λα Κασκάδα κανένας δεν πάει να κάνει καταγγελία στο αστυνομικό τμήμα. Όχι απλώς δεν συνηθίζεται, κανείς δεν το βλέπει με καλό μάτι. Τα πάντα κανονίζονται πίσω από τα κάγκελα. Οι καταγγελίες γίνονται στη διοίκηση του country, τις κρίνει το country, το country επιβάλλει τιμωρία και το country συγχωρεί. Η αστυνομία, η πραγματική, δεν πατάει το πόδι της εδώ, ούτε του Μπουένος Άιρες ούτε η Ομοσπονδιακή, μόνο οι φρουροί που πληρώνουν τα μέλη μπαίνουν εδώ. Πράγμα που επίσης έχει τα μειονεκτήματά του, τα παιδιά νιώθουν υπερβολική ελευθερία και καπνίζουν μαριχουάνα στην αίθουσα νέων ή στα γήπεδα στο βάθος. Δεν χρειάζεται να κρύβονται πιο πολύ απ’ όσο κρύβονται οι γονείς τους. Μερικές φορές ούτε καν αυτό. Ξέρουν, όπως το ξέρουν και οι ενήλικες, πως ό,τι και να κάνουν, το χειρότερο που μπορεί να τους συμβεί είναι να τους καταγγείλουν και να χρειαστεί να καταθέσουν στην Επιτροπή Πειθαρχίας (σσ. 222-223)».
«Οι χήρες της Πέμπτης» της Κλαούδια Πινιέιρο κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Carnivora σε μετάφραση Ασπασίας Καμπύλη .
Κώστας Μοστράτος




