«Η δράση ή ενέργεια που έχει σκοπό να παρασύρει άτομο η ομάδα σε παράνομες ή ανάρμοστες πράξεις ώστε να εκτεθούν ή να ωφεληθούν οι αντίπαλοί τους, η αστυνομία, κλπ», είναι ο ορισμός της την προβοκάτσιας από το Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας.
Η προβοκάτσια σχετίζεται με τη φωνή: η λέξη παράγεται από το ρώσικο «provokatzija», εκ του λατινικού «provocation», που σημαίνει «πρόκληση», από το ρήμα «provocare», (προκαλώ), από το pro + voco, δηλαδή «καλώ, ονομάζω», από το «vox», που σημαίνει φωνή. Ο προβοκάτορας, αυτός δηλαδή που διεισδύει σε μια οργάνωση, διαδήλωση, πολιτική εκδήλωση και δρα υπονομευτικά, στοχεύοντας να προκαλέσει ταραχές, ή να παρασύρει κάποιους σε ενέργειες που θα τους εκθέσουν, σήμαινε αρχικά «ξιφομάχος» όπως λέει το Λεξικό. Κοφτερή η γλώσσα των προβοκατόρων, από παλιά…
Είναι αδιαμφισβήτητο γεγονός πως οι δυνάμεις ασφαλείας και οι μυστικές υπηρεσίες χρησιμοποιούν αυτό το μέσο, διαχρονικώς και παγκοσμίως, όταν πιαστούν με τη γίδα στην πλάτη. Όταν χρειαστεί μια αιφνίδια αποσταθεροποίηση της πολιτικής ζωής ώστε οι δυσαρεστημένες μάζες να ξαναμπούν σκιαγμένες στο μαντρί, όταν ανοίξει το καπάκι κάποιου σκανδαλώδους υπονόμου, όταν πρέπει πάση θυσία να στραφούν τα φώτα της δημοσιότητας μακριά από τις βρομοδουλίτσες της εξουσίας, τότε επιστρατεύεται το ύστατο πολιτικό όπλο της προβοκάτσιας. Κι αίφνης κακοί γίνονται οι απέναντι που αμφισβητούν το στάτους κβο, και οι πρώην θύτες περιβάλλονται το φωτοστέφανο του θύματος.
Το Λεξικό του κυρίου Μπαμπινιώτη, που μόνο αριστερό δεν τον λες τον άνθρωπο, αναφέρει ως παράδειγμα της προβοκάτσιας το εξής: «οι διοργανωτές της διαδήλωσης απέδωσαν τις καταστροφές καταστημάτων σε προβοκάτσια, που αποσκοπούσε στο να στρέψει την κοινή γνώμη εναντίον τους». Αυτό θα μπορούσε να μπει ως λεζάντα σε κάποιες φωτογραφίες που δείχνουν «μπαχαλάκηδες», με κράνη μηχανής και στειλιάρια να βγαίνουν από τις κλούβες των ΜΑΤ για να αναλάβουν υπηρεσία σε κάποια διαδήλωση…
Παύλος Μεθενίτης



