Του Χρήστου Καπούτση
Η πρώτη επίσκεψη της νέας Αμερικανίδας Πρέσβεως Κίμπερλι Γκίλφοϊλ στο Υπουργείο Άμυνας σηματοδοτεί την εκκίνηση μιας πιο απαιτητικής φάσης στις ελληνοαμερικανικές σχέσεις. Η συνάντηση με τον ΥΕΘΑ Νίκο Δένδια δεν περιορίστηκε σε τυπικές δηλώσεις, αλλά ανέδειξε μια σαφή αμερικανική στρατηγική: η Ελλάδα καλείται να αναλάβει πιο ενεργό ρόλο στην αρχιτεκτονική ασφάλειας της Ανατολικής Μεσογείου. Κεντρική ανακοίνωση της Αμερικανίδας Πρέσβη ήταν η έγκριση από τον Υπουργό Άμυνας των ΗΠΑ, Πιτ Χέγκσεθ, της ένταξης της Ελλάδας στο State Partnership Program με την Εθνοφρουρά των ΗΠΑ. Πρόκειται για αναβάθμιση με άμεσο επιχειρησιακό αποτύπωμα: κοινή εκπαίδευση, ενοποίηση δογμάτων, ενίσχυση ειδικών επιχειρήσεων και διαλειτουργικότητα με τις πλέον προηγμένες δυνάμεις του ΝΑΤΟ. Η Ουάσιγκτον δείχνει ότι επενδύει στην ελληνική στρατιωτική αξιοπιστία σε μια περίοδο όπου η Τουρκία αποτελεί ασταθή παράγοντα. Η πρέσβης Γκίλφοϊλ υπογράμμισε επίσης την ανάδειξη της Ελλάδας σε ενεργειακό κόμβο: LNG, ηλεκτρικές διασυνδέσεις, EastMed και υποθαλάσσιες υποδομές συνδέονται πλέον άμεσα με την αμερικανική στρατηγική για ενεργειακή διαφοροποίηση από Ρωσία και Κίνα. Η πρόσφατη διακήρυξη οικονομικής ασφάλειας Ελλάδας–ΗΠΑ τοποθετεί την Αθήνα στο επίκεντρο ενός νέου ενεργειακού άξονα Μεσογείου–Ευρώπης.
Το 3+1 ως νέο γεωπολιτικό δόγμα
Η επίσκεψη Γκίλφοϊλ στο Υπουργείο Εθνικής Άμυνας εντάσσεται στη συνολική αμερικανική προσπάθεια να ενισχύσει το σχήμα 3+1 (Ελλάδα–Κύπρος–Ισραήλ + ΗΠΑ). Από πολιτικός μηχανισμός, εξελίσσεται πλέον σε σταθεροποιητική δομή με τρεις σκληρούς πυλώνες: ενεργειακή ασφάλεια και προστασία κρίσιμων υποδομών, θαλάσσια επιτήρηση και διαχείριση κρίσεων, αποτροπή αναθεωρητικών πολιτικών σε Αιγαίο και Ανατολική Μεσόγειο.
Η αμερικανική επιμονή στο 3+1 σχετίζεται άμεσα με την ενισχυόμενη ιρανική επιρροή μέσω ένοπλων proxy οργανώσεων (Χεζμπολάχ, Χαμάς, Χούθι, σιιτικές πολιτοφυλακές σε Συρία–Ιράκ). Το Ιράν χρησιμοποιεί αυτές τις δυνάμεις για να απειλεί το Ισραήλ, ζωτικές θαλάσσιες ενεργειακές οδούς και δίκτυα ανεφοδιασμού από τον Περσικό έως την Ανατολική Μεσόγειο. Και επιπροσθέτως, ο ρωσικός παράγοντας παραμένει ενεργός στη Συρία, ενώ η τουρκική αναθεωρητικότητα συνεχίζει να προκαλεί εντάσεις σε ΕΕ και ΝΑΤΟ.
Το ζήτημα των F-35: Ερωτηθείσα για τα αμερικανικά μαχητικά αεροσκάφη F-35 που επιθυμεί να αποκτήσει η Τουρκία, η Αμερικανίδα Πρέσβης ήταν ξεκάθαρη: η ισχύουσα νομοθεσία το απαγορεύει. Ωστόσο, μια πιο προσεχτική ανάγνωση της δήλωσης, αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο μελλοντικής αλλαγής στάσης των ΗΠΑ προς την Τουρκία. Άλλωστε και Αμερικανός Πρόεδρος Ντ. Τραμπ, κατά τη συνάντηση που είχε με τον Πρόεδρο της Τουρκίας Ταγιπ Ερντογάν στον Λευκό Οίκο, δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο, κάτω υπό προϋποθέσεις, η Τουρκία να προμηθευτεί αριθμό μαχητικών F-35 και μάλιστα στην πλέον βελτιωμένη έκδοση.
Κοντολογίς, η επίσκεψη Γκίλφοϊλ στο Υπουργείο Εθνικής Άμυνας δεν ήταν “εθιμοτυπική”. Ήταν μια καθαρή στρατηγική υπενθύμιση: η επόμενη πενταετία στην Ανατολική Μεσόγειο θα καθορίσει ισορροπίες δεκαετιών. Και το ερώτημα δεν είναι τι ζητούν οι ΗΠΑ, αυτό είναι δεδομένο. Το πραγματικό ερώτημα είναι αν η Ελλάδα μπορεί, θέλει και τολμά να ανταποκριθεί σε έναν διευρυμένο αμερικανικό ρόλο, χωρίς να υπονομεύσει τα κυριαρχικά της δικαιώματα. Η σύγκλιση με την Ουάσιγκτον είναι χρήσιμη, αλλά όχι πάντα ταυτόσημη. Τα αμερικανικά Στρατηγικά συμφέροντα, δεν ταυτίζονται απόλυτα και σε κάθε περίπτωση, με τα ελληνικά. Η Ελλάδα, οφείλει να διασφαλίσει ότι η εμβάθυνση της ελληνοαμερικανικής συνεργασίας, ειδικά στον στρατιωτικό τομέα, θα ενισχύει την ελληνική ισχύ , χωρίς όμως και να τη δεσμεύει, ειδικά σε θέματα που απτονται ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων. Ο μειλίχιος, καλοζυγισμένος λόγος της Αμερικανίδας Πρέσβεως παρουσίασε μια αισιόδοξη, σχεδόν ανθόσπαρτη ελληνοαμερικανική συνεργασία, μια εικόνα θελκτική, αλλά συνδεδεμένη με σαφείς στρατηγικές απαιτήσεις από την Αθήνα και μάλλον χωρίς μεγάλα περιθώρια «αντιλόγου»…



