Τα υπερ-επεξεργασμένα τρόφιμα (UPF) αποτελούν σημαντική απειλή για τη δημόσια υγεία και απαιτούν επείγουσα προσοχή, σύμφωνα με τους παγκόσμιους εμπειρογνώμονες στον τομέα της υγείας. Περισσότεροι από 40 εμπειρογνώμονες από όλο τον κόσμο δημοσίευσαν την έρευνά τους στο κορυφαίο ιατρικό περιοδικό The Lancet, κατηγορώντας τα UPF για την κακή διατροφή σε παγκόσμιο επίπεδο και την αύξηση των ασθενειών, από την παχυσαρκία έως τον καρκίνο.
«Πρόκειται για τα στοιχεία που έχουμε σήμερα σχετικά με… τα υπερ-επεξεργασμένα τρόφιμα και την ανθρώπινη υγεία», δήλωσε ο Carlos Monteiro, επικεφαλής ερευνητής του Πανεπιστημίου του Σάο Πάολο, σε διαδικτυακή ενημέρωση την Τρίτη.
«Αυτό που γνωρίζουμε αυτή τη στιγμή δικαιολογεί τη λήψη μέτρων σε παγκόσμιο επίπεδο».
Οι ερευνητές κατηγορούν τη βιομηχανία τροφίμων
Οι ερευνητές δηλώνουν ότι τα UPF αντιπροσωπεύουν σήμερα περισσότερο από το ήμισυ των θερμίδων που καταναλώνονται στις Ηνωμένες Πολιτείες, την Αυστραλία και το Ηνωμένο Βασίλειο και κατηγορούν ευθέως τις μεγάλες εταιρείες για την αλλαγή των παγκόσμιων διατροφικών συνηθειών τις τελευταίες δεκαετίες, χρησιμοποιώντας επιθετικό μάρκετινγκ για να πουλήσουν προϊόντα που παρασκευάζονται με κατώτερα συστατικά και τεχνητές μεθόδους.
«Ο βασικός παράγοντας της παγκόσμιας αύξησης των UPF είναι η αυξανόμενη οικονομική και πολιτική δύναμη της βιομηχανίας UPF και η αναδιάρθρωση των συστημάτων διατροφής με προτεραιότητα την κερδοφορία», έγραψαν οι ερευνητές.
«Η βιομηχανία περιλαμβάνει τους κατασκευαστές UPF στον πυρήνα της, αλλά και ένα ευρύτερο δίκτυο αλληλεξαρτώμενων φορέων που συλλογικά προωθούν την παραγωγή, το μάρκετινγκ και την κατανάλωση των UPF». Οι συγγραφείς παροτρύνουν τις χώρες να εισαγάγουν προειδοποιήσεις στις ετικέτες των συσκευασιών, να περιορίσουν την εμπορία και να επιβάλλουν φόρους σε ορισμένα UPF.
Πιο αναλυτικά μια νέα σειρά τριών άρθρων που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «The Lancet» εντοπίζει ότι τα υπερεπεξεργασμένα τρόφιμα (UPF) εκτοπίζουν τα φρέσκα και ελάχιστα επεξεργασμένα τρόφιμα και γεύματα, υποβαθμίζουν την ποιότητα της διατροφής και συνδέονται με αυξημένο κίνδυνο πολλών χρόνιων ασθενειών.
Τα UPFs είναι εμπορικά προϊόντα κατασκευασμένα από φθηνά βιομηχανικά συστατικά, όπως υδρογονωμένα έλαια, καθώς και πρόσθετα τροφίμων, όπως χρωστικές, τεχνητά γλυκαντικά, γαλακτωματοποιητές.
Το πρώτο άρθρο του Lancet εξετάζει τα επιστημονικά στοιχεία για τα UPFs και την υγεία και παρουσιάζει δεδομένα, σύμφωνα με τα οποία τα UPFs εκτοπίζουν καθιερωμένα διατροφικά πρότυπα, υποβαθμίζουν την ποιότητα της διατροφής και συνδέονται με αυξημένο κίνδυνο πολλών χρόνιων ασθενειών που σχετίζονται με τη διατροφή.
Σύμφωνα με στοιχεία από εθνικές έρευνες, η εκτιμώμενη συμβολή των UPFs στις συνολικές αγορές τροφίμων των νοικοκυριών ή στην ημερήσια πρόσληψη έχει τριπλασιαστεί στην Ισπανία (από 11% σε 32%) και την Κίνα (από 4% σε 10%) τις τελευταίες τρεις δεκαετίες, και έχει αυξηθεί (από 10% σε 23%) στο Μεξικό και τη Βραζιλία τις προηγούμενες τέσσερις δεκαετίες. Στις ΗΠΑ και το Ηνωμένο Βασίλειο αυξήθηκε ελαφρώς τα τελευταία είκοσι χρόνια, διατηρώντας επίπεδα άνω του 50%.
Επισημαίνεται ότι η διατροφή με υψηλή περιεκτικότητα σε UPFs συνδέεται με υπερκατανάλωση τροφής, κακή διατροφική ποιότητα (υπερβολική ζάχαρη και ανθυγιεινά λιπαρά, πολύ λίγες φυτικές ίνες και πρωτεΐνες) και μεγαλύτερη έκθεση σε επιβλαβείς χημικές ουσίες και πρόσθετα. Επιπλέον, μια συστηματική ανασκόπηση 104 μακροχρόνιων μελετών εντόπισε ότι οι 92 από αυτές ανέφεραν αυξημένο κίνδυνο για μία ή περισσότερες χρόνιες ασθένειες, με μετα-αναλύσεις να δείχνουν σημαντικές συσχετίσεις για δώδεκα παθήσεις, μεταξύ των οποίων η παχυσαρκία, ο διαβήτης τύπου 2, τα καρδιαγγειακά νοσήματα, η κατάθλιψη και η πρόωρη θνησιμότητα από όλες τις αιτίες. Οι συγγραφείς αναγνωρίζουν πάντως ότι η έλλειψη μακροχρόνιων κλινικών και κοινοτικών δοκιμών αποτελούν σημαντική ανάγκη για μελλοντική έρευνα, όπως και ο εντοπισμός υποομάδων τροφίμων με διαφορετική θρεπτική αξία.

Το δεύτερο άρθρο περιγράφει την ανάγκη θέσπισης συγκεκριμένων πολιτικών που θα συμπληρώσουν την υπάρχουσα νομοθεσία για τη ρύθμιση και μείωση της παραγωγής, της προώθησης και της κατανάλωσης των UPFs, ώστε οι μεγάλες εταιρείες να λογοδοτούν για τον ρόλο τους στην προώθηση ανθυγιεινής διατροφής. Μεταξύ άλλων προτείνουν αυστηρότερους περιορισμούς μάρκετινγκ, ειδικά για διαφημίσεις που απευθύνονται σε παιδιά, απαγόρευση των υπερεπεξεργασμένων τροφίμων σε δημόσιους φορείς, όπως σχολεία και νοσοκομεία, και θέσπιση ορίων στην πώλησή τους και στον χώρο που καταλαμβάνουν στα ράφια των σούπερ μάρκετ. Ως επιτυχημένο παράδειγμα αναδεικνύουν το εθνικό πρόγραμμα σχολικής σίτισης της Βραζιλίας, το οποίο έχει εξαλείψει τα περισσότερα UPF και θα απαιτεί το 90% των τροφίμων να είναι φρέσκα ή ελάχιστα επεξεργασμένα έως το 2026.
Τέλος, το τρίτο άρθρο σημειώνει ότι πολυεθνικές εταιρείες – και όχι οι ατομικές επιλογές – καθοδηγούν την άνοδο των UPFs, και ότι μια παγκόσμια υγειονομική απάντηση απέναντι σε αυτή την πρόκληση είναι επείγουσα και εφικτή. Με παγκόσμιες ετήσιες πωλήσεις 1,9 τρισεκατομμυρίων δολαρίων, τα UPFs αποτελούν τον πιο κερδοφόρο τομέα τροφίμων. Οι συγγραφείς υπογραμμίζουν ότι εταιρείες UPFs χρησιμοποιούν φθηνά συστατικά και βιομηχανικές μεθόδους για τη μείωση του κόστους, σε συνδυασμό με επιθετικό μάρκετινγκ, ελκυστικό σχεδιασμό για να ενισχύσουν την κατανάλωση και πολιτικές πιέσεις.
Πηγή: DW, ΑΠΕ ΜΠΕ



