Ενώ συνεχίζονται κλιμακούμενες οι κινητοποιήσεις των αγροτών, εν μέσω τελεσιγράφων και αγωνιστικών διεκδικήσεων σε ένα τελματωμένο πολιτικό τοπίο, έχει σημασία η υπενθύμιση του ρόλου της γεωργίας. Ως οικονομικού πυλώνα της χώρας, αλλά και ως παράγοντα εθνικής ασφάλειας στο πλαίσιο εξασφάλισης επισιτιστικής επάρκειας σε μια συγκυρία που ο πλανήτης υποφέρει όσο ποτέ άλλοτε από την κλιματική κρίση.
O Σπύρος Κίντζιος, Πρύτανης του Γεωπονικού Πανεπιστημίου, του τρίτου αρχαιότερου ΑΕΙ της χώρας, που συνδέεται απόλυτα με την πρωτογενή παραγωγή και τη μακραίωνη γεωργοκτηνοτροφική ιστορία του τόπου, μιλά στον Αθήνα 9,84 για τη συμφωνία ΕΕ – Μercosur, τις αποφάσεις που πρέπει να ληφθούν ώστε να μειωθεί ο οικονομικός αντίκτυπος από τις απειλές που χτυπούν τις καλλιέργειες και τη ζωική παραγωγή.
Σε συνέντευξή του στον Αθήνα 9,84 καλεσμένος του Γιώργου Μελιγγώνη στην εκπομπή «Πολιτική Αθήνα» διαπίστωσε ότι «αντιμετωπίζεται εντελώς επιπόλαια το θέμα του πρωτογενούς τομέα».
Ο έγκριτος Πανεπιστημιακός προειδοποίησε για κατακλυσμιαίες επιπτώσεις από τη συμφωνία Μercosur τόσο στην ευρωπαϊκή όσο και στην ελληνική οικονομία, εξαιτίας της ανυπαρξίας στρατηγικού σχεδιασμού και μελετών όσον αφορά στις επιπτώσεις.
«Δεν έχει υπάρξει στρατηγικός σχεδιασμός για τον παραγωγικό τομέα στην Ελλάδα.
Μολονότι γνωρίζαμε ότι τελικά θα εγκριθεί η Συμφωνία, δεν υπήρξε μελέτη επιπτώσεων. Θα έπρεπε να έχει δρομολογηθεί και να τεθεί σε διαβούλευση εδώ και χρόνια, αλλά δεν συνέβη αν και είμαστε κατ εξοχήν γεωργική χώρα.
Η γεωργία στηρίζει την Ελλάδα καθώς είναι ο κλάδος με το μεγαλύτερο πρόσημο εξαγωγών, πάνω από 12 δισ. το χρόνο, αλλά εν τούτοις δεν έχει εκπονηθεί στρατηγικό σχέδιο αγροτικής πολιτικής. Δεν έχουμε ξεκαθαρίσει τι είδους γεωργία θέλουμε. Ούτε πως θα πορευτούμε σε βάθος χρόνου σε έναν αγροτικό τομέα με προβλήματα κόστους, ανταγωνισμού και γερασμένο πληθυσμό».
Με αφορμή τις αγροτικές κινητοποιήσεις ο Πρύτανης του Γεωπονικού Πανεπιστημίου σημείωσε πως οι αγρότες δεν θα μπορούσαν να υποκαταστήσουν την πολιτεία στην ευθύνη της να συγκροτήσει ένα συνεκτικό, συνολικό σχεδιασμό.
«Οι αγρότες δεν είναι υπεύθυνοι για τον κεντρικό σχεδιασμό της αγροτικής πολιτικής. Αντιλαμβάνονται τα προβλήματα γιατί τα ζουν, αλλά έχουν το άμεσο πρόβλημα της επιβίωσης που τους “καίει. Ο παραγωγός, αυτή τη στιγμή, είναι με την πλάτη στον τοίχο. Είτε μιλάμε για τη γεωργική καλλιέργεια είτε πολύ περισσότερο για την κτηνοτροφία. Εμείς, ως Πανεπιστήμιο ξέρουμε τα προβλήματα του αγροτικού τομέα, επειδή έχουμε και παραγωγική βάση. Λόγω της κλιματικής κρίσης, η παραγωγή έχει κάνει βουτιά 40%. Οπότε, γίνεται αντιληπτό πως οι αγρότες θέλουν άμεσα, εδώ και τώρα μέτρα προκειμένου να μπορέσουν να επιβιώσουν».
Ο κ. Κίντζιος, χαρακτήρισε «μονόδρομο την ενίσχυση του συνεταιριστικού κινήματος» γιατί όπως είπε «οι συνεταιρισμοί έχουν αποδείξει ότι μπορούν να είναι κερδοφόροι», αμφισβήτησε την ασφάλεια των τροφίμων λόγω των περιορισμένων ελέγχων που «δεν επαρκούν ώστε να διαβεβαιώσουν ότι είναι ασφαλές το πιάτο του καταναλωτή». Τέλος, πρότεινε να δημιουργηθεί εθνική γραμμή χρηματοδότησης για την αγροτική ανθεκτικότητα.
«Τίποτα δεν μπορεί να γίνει στην τύχη. Οι αγρότες μας ψάχνονται όσον αφορά πχ την καλλιέργεια βαμβακιού που δεν είναι πλέον προσοδοφόρα, αλλά πρέπει να βελτιωθεί και το νομικό πλαίσιο.
Εδώ, είναι μονόδρομος ο Αγροτικός Συνεταιρισμός κι από τα μεγαλύτερα σωσίβια της εγχώριας γεωργίας. Πρέπει να μπουν όλοι οι αγρότες σε συνεταιριστικά σχήματα, αφού είναι μικροκληρούχοι και τα μεγαλύτερα χωράφια δεν υπερβαίνουν τα 100 στρέμματα.
Μέσα από τους Συνεταιρισμούς διασφαλίζεται καλύτερη διαπραγμάτευση τιμών, πρόσβαση σε φθηνότερα εργαλεία δουλειάς, ακόμα και η μετάβαση στην ψηφιακή εποχή.
Δεν υπάρχει, όμως, πληροφόρηση αν και είναι ανάγκη να ενισχυθεί το συνεταιριστικό κίνημα.
Είναι πρόκληση και στοίχημα οι Συνεταιρισμοί. Έχει αποδειχθεί ότι έχουν δυνατότητα μεγάλων αποδόσεων και σημαντικής κερδοφορίας. Η ένταξη σε αυτούς αποτελεί τη μοναδική πραγματική υποχρέωση και πρέπει άπαντες να ανταποκριθούν. Για να εξελιχθεί η γεωργία με πιο επαγγελματικούς όρους και να αποκτήσει πολύ καλύτερους όρους κερδοφορίας ακόμα και στο σημερινό, πιεσμένο οικονομικό περιβάλλον».
*Η χρήση λιπασμάτων, εντομοκτόνων και οι επιπτώσεις από τις εισαγωγές μέσω ΜERCOSUR από τη Λατινική Αμερική
«Δυστυχώς, στην Ευρώπη κάθε χρόνο γίνονται περίπου 130 χιλιάδες αναλύσεις τροφίμων, με αποτέλεσμα να ελέγχεται ένας δραματικά μικρός αριθμός τροφίμων. Δε νομίζω ότι υπάρχει κάποιος που μπορεί να διαβεβαιώσει ότι αυτοί οι δειγματοληπτικοί έλεγχοι επαρκούν να διαβεβαιώσουν ότι το πιάτο του ευρωπαίου καταναλωτή, είναι ασφαλές.
Πρέπει να εντατικοποιηθούν οι έλεγχοι, να αυξηθεί το προσωπικό και να υιοθετηθεί υποχρεωτικά η χρήση σύγχρονων τεχνολογικών εργαλείων…υπάρχει και η ιχνηλασιμότητα ώστε να ξέρουμε τι συμβαίνει στη διαδρομή από το χωράφι στο ράφι… Θα μπορούσαν να το κάνουν αυτό κι οι βιομηχανίες τροφίμων, αλλά πρέπει να αλλάξει το νομικό πλαίσιο για να τους το επιτρέψει. Θα έλεγα ότι ελέγχεται το 10% των προϊόντων.
Εκτός από τη Mercosur έχουμε πρόβλημα με τη χρήση παράνομων φυτοφαρμάκων που εισάγονται από την Κίνα και μέσω Βουλγαρίας περνούν στη βόρειο Ελλάδα. Το ποσοστό δεν είναι μεγάλο ώστε να προκληθεί ενδεχομένως πανικός στην κατανάλωση, αλλά όπου εφαρμόζονται αυτά τα φυτοφάρμακα παρουσιάζονται προβλήματα στην υγεία των αγροτών».



