Ο καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, Γιώργος Σωτηρέλης σχολίασε την πρωτοβουλία της κυβέρνησης να προχωρήσει σε Συνταγματική Αναθεώρηση και εκτίμησε πως δύσκολα θα προκύψουν συναινέσεις.
Μιλώντας στον Αθήνα 984 και στον Γιώργο Μελιγγώνη, αμφισβήτησε τα εχέγγυα των κυβερνητικών δεσμεύσεων για μια αξιόπιστη μεταρρύθμιση στο κορυφαίο νομοθέτημα.
Ο Γιώργος Σωτηρέλης διέγνωσε «έλλειψη σεβασμού στο Σύνταγμα» επικαλούμενος προηγούμενες παραβιάσεις (υπόθεση υποκλοπών, ιδιωτικά Πανεπιστήμια) καθώς και τη μη εφαρμογή διατάξεων που άλλαξαν κατά την αναθεώρηση του 2019. Υπό αυτό το πρίσμα, εκτίμησε ότι οι δυνάμεις της αντιπολίτευσης θα πρέπει να είναι αρνητικές ως προς την παροχή συναίνεσης.
Κατά τον καθηγητή: «Η κυβέρνηση δεν έχει καν εφαρμόσει διατάξεις που άλλαξαν στην αναθεωρητική Βουλή του 2019. Η μία αφορούσε στη λαϊκή νομοθετική πρωτοβουλία με 500 χιλιάδες ψήφους και η άλλη στην κατάργηση της παραγραφής ποινικής ευθύνης για αδικήματα υπουργών βάσει του άρθρου 86, το οποίο επανεισάγεται προς αναθεώρηση.
Και στις δύο περιπτώσεις δεν υπήρξε νομοθετική πρωτοβουλία προκειμένου να ψηφιστεί ο εκτελεστικός νόμος που χρειαζόταν ώστε να εφαρμοστεί το Σύνταγμα, με αποτέλεσμα να κινδυνεύουν να παραγραφούν στις επόμενες διαδικασίες σε σχέση με το άρθρο 86. Άρα, με ποια αξιοπιστία προχωρά η κυβέρνηση σε αναθεώρηση και κάνει λόγο περί “γενναίας” και “τολμηρής” θεσμικής τομής αναζητώντας συναινέσεις, όταν δεν έχει εφαρμόσει διατάξεις που η ίδια άλλαξε το 2019;».
Ακολούθως, ο κ. Σωτηρέλης εντόπισε ένα προβληματικό σημείο.
Όπως εξήγησε στον Αθήνα 9,84 η πρώτη Βουλή, στην οποία ψηφίζονται οι αναθεωρητέες διατάξεις με τουλάχιστον 180 ψήφους, δεν δεσμεύει -ως προς την κατεύθυνσή τους- τη δεύτερη Βουλή που αποφαίνεται για την τελική τους διατύπωση ψηφίζοντας απλώς με απόλυτη πλειοψηφία (150 ψήφους + μία). Υπενθύμισε δε την ύπαρξη εναλλακτικής, που απαιτεί συγκέντρωση 151 ψήφων και στις δύο ψηφοφορίες σε αυτή την πρώτη Βουλή, αλλά 180 στις επόμενες.
Από εκεί και πέρα, ο καθηγητής χαρακτήρισε αστειότητα να ζητείται η συναίνεση της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης «ενώ παρακολουθούσαν τον αρχηγό της και δεν του λένε το λόγο, παρά την απόφαση του ΣτΕ, που το επιτάσσει».
Τούτου δοθέντος, ο κ. Σωτηρέλης θεωρεί πως η Νέα Δημοκρατία μπορεί να περάσει όποιες διατάξεις θέλει με την ψήφο 151 βουλευτών και να πάει στην επόμενη Βουλή, η οποία θα είναι Αναθεωρητική και για τις αποφάσεις της θα απαιτούνται 180 ψήφοι.
Όπως εξήγησε «με αυτό τον τρόπο διασφαλίζεται ότι θα δοθεί συναίνεση με δεδομένο το περιεχόμενο των διατάξεων».
*Για τον ΠτΔ
Για τον καθηγητή τίθεται θέμα και ως προς την ουσία της προτεινόμενης αλλαγής, η οποία έχει να κάνει με την κατάργηση της δεύτερης θητείας του Προέδρου της Δημοκρατίας.
«Το πρόβλημα έγκειται στην παντελή αποδυνάμωση του θεσμικού ρόλου του ΠτΔ. Πρέπει να αλλάξει ο τρόπος εκλογής του, γιατί η ΝΔ ξεγέλασε τα άλλα κόμματα στην τελευταία αναθεώρηση κι επέβαλε σχετική πλειοψηφία με αποτέλεσμα να έχουμε έναν κομματικό Πρόεδρο Δημοκρατίας. Επείγει η αναβάθμιση του ΠτΔ καθώς συνιστά αντίβαρο στην πρωθυπουργοκεντρική εξουσία, η οποία έχει υποκαταστήσει την κυβέρνηση μέσω του επιτελικού κράτους, επιφέροντας πλήγμα και στο Κοινοβουλευτικό σύστημα».
*Για την ΕΡΤ
Απευθυνόμενος στην κυβέρνηση ρώτησε γιατί η ανάδειξη του επικεφαλής της Δημόσιας Τηλεόρασης, δεν γίνεται με αυξημένη πλειοψηφία των 3/5 της Βουλής, στο μοντέλο των Ανεξάρτητων Αρχών, ώστε να μην είναι προπαγανδιστική, όπως είπε.
*Για τις Ανεξάρτητες Αρχές
Ο κ Σωτηρέλλης τόνισε ακόμα πως κακώς άλλαξε η απαιτούμενη πλειοψηφία για τις Ανεξάρτητες Αρχές και διατύπωσε την άποψη ότι «θα έπρεπε να μείνει στα 4/5. Διαφορετικά, χρειάζεται ως ασφαλιστική δικλείδα η συμμετοχή τουλάχιστον τριών κομμάτων».
*Για το άρθρο 86
Ερωτηθείς για το άρθρο 86 και αν μπορεί να καταργηθεί απόλυτα η προστασία των υπουργών, ο κ. Σωτηρέλης τοποθετήθηκε ξεκάθαρα αναφέροντας πως πρέπει να καταργηθεί και να απεμπλακεί η Βουλή από τη διαδικασία.
«Είναι αδύνατον να συζητάμε για το Σύνταγμα με αυτούς τους όρους αναξιοπιστίας. Ο πρωθυπουργός πρέπει να δώσει απτά δείγματα γραφής ότι έχει αλλάξει λογική. Για γίνει όμως αυτό θα πρέπει να είναι πειστικός κάτι που δεν ισχύει» ήταν η αιχμηρή τοποθέτηση του καθηγητή Συνταγματικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.



