«Γράφω μέσα στο δίχως παράθυρα κελί μου, στο φως των κεριών, που λιώνουν πολύ γρήγορα. Με ένα μαχαίρι που έκλεψα από την κουζίνα σκάβω τον τοίχο λίγο λίγο, για να ανοίξω μια μικρή σχισμή και να μπει αέρας, φως (σ. 19)».
Στο μέλλον όλα έχουν καταρρεύσει. Το περιβάλλον έχει γίνει εχθρικό για όσους έχουν επιβιώσει. Λίγες γυναίκες έχουν βρει καταφύγιο στον Οίκο της Ιερής Αδελφότητας, όπου ζουν σε βάρβαρες συνθήκες, ενταγμένες ιεραρχικά σε θεραπαινίδες, ανάξιες και λίγες εκλεκτές και πεφωτισμένες. Φιλοδοξία των ανάξιων είναι να ενταχθούν στους κόλπους των εκλεκτών. Την απόλυτη εξουσία έχει η Ηγουμένη και πίσω από ένα παραπέτασμα υπάρχει «Εκείνος», προορισμένος στην επικοινωνία μόνο για τους ελάχιστους προνομιούχους. Η νεαρή αφηγήτρια καταγράφει με θυσίες και προσοχή μια ιστορία γεμάτη με πόνο, αποστροφή και αίμα.
Η Αργεντινή συγγραφέας Αγκουστίνα Μπαστερρίκα, μετά το καθηλωτικό και ωμό μυθιστόρημά της «Εξαίσιο πτώμα», περιγράφει πάλι ένα ζοφερό μέλλον, όπου οι άνθρωποι έχουν επιστρέψει σε πρωτόγονες καταστάσεις. Οι χαραμάδες φωτός και αισιοδοξίας δεν μπορούν να είναι παρά ελάχιστες. Η σκληρότητα, η ωμότητα και η τυραννία παρουσιάζονται ως πρωτογενή κυρίαρχα στοιχεία της φύσης μας με τη γραφή της συγγραφέως να είναι, για ακόμη μία φορά, ανατριχιαστικά λεπτομερειακή σ’ αυτό το πυκνό, φεμινιστικό μυθιστόρημα τρόμου.
«Στον Οίκο της Ιερής Αδελφότητας δεν μπαίνουν ούτε άντρες ούτε παιδιά ούτε ηλικιωμένοι. Εκείνος μας λέει ότι πέθαναν στους πολλούς πολέμους ή από ασιτία ή από θλίψη. Εγώ όμως ξέρω ότι τους λίγους που κατάφεραν να πλησιάσουν στο τείχος τούς σκότωσαν. Όλες το ξέρουμε. Η Ηγουμένη τούς σκότωσε αυτοπροσώπως. Η Ηγουμένη πάντα τους σκοτώνει αυτοπροσώπως. Μας είναι απαγορευμένο να χτυπάμε την καμπάνα όταν ο περιπλανώμενος είναι άντρας, ειδοποιούμε αμέσως την Ηγουμένη κι εκείνη μας προστάζει να κλειστούμε στα δίχως παράθυρα κελιά μας. Κάθε φορά που ο περιπλανώμενος είναι άντρας ακούμε πυροβολισμούς. Ποτέ δεν είδαμε γριές γυναίκες ή παιδιά για να διασώσουμε (σ. 27)».
«Οι ανάξιες» της Αγκουστίνα Μπαστερρίκα κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Πατάκη σε μετάφραση Χριστίνας Θεοδωροπούλου.
Κώστας Μοστράτος




