Η ευθεία στρατιωτική εμπλοκή των Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής και του Ισραήλ με το Ιράν δεν αποτελεί έναν ακόμη επεισοδιακό κύκλο έντασης στη Μέση Ανατολή. Συνιστά ποιοτική μεταβολή της σύγκρουσης: από τη μακρόχρονη υβριδική αντιπαράθεση και τον πόλεμο δι’ αντιπροσώπων, σε άμεση διακρατική αναμέτρηση με δυνητικά περιφερειακές και διεθνείς προεκτάσεις. Το δημόσιο επιχείρημα Ουάσιγκτον και Τελ Αβίβ είναι σαφές: αποτροπή της απόκτησης πυρηνικού όπλου από την Τεχεράνη. Η στρατηγική κουλτούρα του Ισραήλ, ήδη από τη δεκαετία του 1980, θεμελιώθηκε στη λογική της «μηδενικής ανοχής» σε πυρηνική δυνατότητα του ΙΡΑΝ. Υπό αυτό το πρίσμα, τα πλήγματα σε πυρηνικές και πυραυλικές υποδομές του Ιράν εντάσσονται σε προληπτικό δόγμα και αποτελούν στρατιωτικούς στόχους. Ωστόσο, η αποτροπή δεν είναι στατική έννοια. Όταν μετατρέπεται σε προληπτική στρατιωτική ενέργεια, εισέρχεται σε γκρίζα ζώνη: αν πρόκειται για περιορισμένη επιχείρηση με σαφές τέλος, η κλιμάκωση μπορεί να ελεγχθεί.
Η ιρανική απάντηση με εκτόξευση πυραύλων κατά του Ισραήλ σηματοδοτεί ακριβώς αυτή τη μετάβαση. Το Ιράν δεν είναι παθητικός δέκτης πλήγματος. Διαθέτει εκτεταμένο βαλλιστικό οπλοστάσιο, δίκτυο μη επανδρωμένων συστημάτων και ένα πλέγμα περιφερειακών δρώντων που μπορούν να ενεργοποιηθούν. Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν θα απαντήσει – ήδη απαντά. Το ερώτημα είναι αν θα επιλέξει ελεγχόμενη ανταπόδοση ή γεωγραφική διεύρυνση της σύγκρουσης. Ενδεχόμενη ενεργοποίηση της Χεζμπολάχ στον Λίβανο, πλήγματα κατά αμερικανικών εγκαταστάσεων στον Περσικό Κόλπο ή διατάραξη της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ θα μετέβαλλαν την κρίση από διμερή αντιπαράθεση σε πολυμέτωπη περιφερειακή ανάφλεξη. Σε μια τέτοια περίπτωση, η ενεργειακή ασφάλεια και οι θαλάσσιες γραμμές επικοινωνίας θα τεθούν υπό άμεση πίεση.
Η στάση της Ρωσία παραμένει κρίσιμος αλλά σύνθετος παράγοντας. Παρά τη στρατηγική συνεργασία Μόσχας–Τεχεράνης τα τελευταία έτη, η άμεση ρωσική στρατιωτική εμπλοκή υπέρ του Ιράν εμφανίζεται περιορισμένης πιθανότητας. Η Μόσχα δεν έχει συμφέρον να ανοίξει δεύτερο μέτωπο με τις Ηνωμένες Πολιτείες, ιδίως εν μέσω της συνεχιζόμενης σύγκρουσης στην Ουκρανία. Πιθανότερη είναι μια στήριξη σε επίπεδο πληροφοριών, εξοπλισμού ή διπλωματικής κάλυψης, όχι όμως άμεσης στρατιωτικής σύγκρουσης με την Ουάσιγκτον. Αυτό μειώνει τον κίνδυνο παγκόσμιας σύρραξης. Δεν εξαλείφει όμως τον κίνδυνο περιφερειακής αποσταθεροποίησης.
Η κρίση επεκτείνεται γεωγραφικά στην Ανατολική Μεσόγειο, η οποία λειτουργεί ως προκεχωρημένο επιχειρησιακό θέατρο. Η Ναυτική Βάση Σούδας αποτελεί κομβική υποδομή για αεροναυτική προβολή ισχύος των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ. Η επιχειρησιακή της σημασία σε περίοδο κλιμάκωσης αυξάνεται κατακόρυφα. Η σύγκληση του ΚΥΣΕΑ υπό τον Πρωθυπουργό αποτυπώνει ακριβώς αυτή τη συνειδητοποίηση. Σε περιβάλλον υψηλής ρευστότητας, η έγκαιρη αξιολόγηση σεναρίων και η διαβάθμιση της επιφυλακής δεν αποτελούν υπερβολή, αλλά στοιχειώδη άσκηση εθνικής κυριαρχίας. Για την Ελλάδα, που βρίσκεται στο γεωπολιτικό τόξο Μαύρης Θάλασσας–Ανατολικής Μεσογείου–Μέσης Ανατολής, η πρόκληση είναι σαφής: νηφαλιότητα, θεσμική ετοιμότητα και στρατηγική διαύγεια.
Χρήστος Καπούτσης



