Μία από τις πιο σημαντικές ελληνικές λέξεις είναι τουρκικής προέλευσης, κι αυτό είναι φυσικό, μιας και οι τέσσερις αιώνες Τουρκοκρατίας ανάγκασαν τους κατοίκους του ελλαδικού χώρου να εξοικειωθούν απολύτως με το ρουσφέτι, θεωρώντας το ως τον καλύτερο, αν όχι το μοναδικό τρόπο να γίνονται κάποια πράγματα.
Πάντως όχι την αξιοκρατία ή τη διαφάνεια.«Rusvet» στα τούρκικα σημαίνει «δωροδοκία», αλλά το Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας διευρύνει το εννοιολογικό πεδίο της λέξης. Έτσι, «ρουσφέτι» σημαίνει την «χαριστική παροχή εκ μέρους υπουργών ή βουλευτών σε κομματικούς οπαδούς, φίλους ή γνωστούς», αλλά και οποιαδήποτε χαριστική πράξη ή εκδούλευση. Από το ρουσφέτι παράγεται η ωραία λέξη «ρουσφετολογία», η πρακτική της εξυπηρέτησης εκ μέρους πολιτικών των μελών ή φίλων του κόμματος: για παράδειγμα, οι ρουσφετολογικές προσλήψεις στο Δημόσιο είναι ένας θεσμός στη χώρα μας, όπως η Εκκλησία ή ο Στρατός. Απ’ όσο ξέρω, δεν έχει υπάρξει κόμμα που να μην έχει κάνει ρουσφέτια, μικρά ή μεγάλα, στους ψηφοφόρους του – ούτε ένα, ποτέ.
Βεβαίως έχουμε κλίμακα μεγέθους στα ρουσφέτια: το να ζητάς από τον συμπατριώτη σου υπουργό ευμενή μετάθεση για τον φαντάρο γιο σου, είναι βεβαίως ένα ρουσφέτι, αλλά στη βάση της ρουσφετολογικής κλίμακας, όταν στην κορυφή της είναι η καταλήστευση εγχωρίων και ευρωπαϊκών πόρων από φραπεδοχασάπηδες και λοιπά κομματόσκυλα σε αγαστή συμπαιγνία με τον βουλευτικό και υπουργικό αφρό του Καθεστώτος.
Αυτό είναι ένα πολλαπλώς ωφέλιμο ρουσφέτι: οι ιθύνοντες αποκομίζουν οικονομικά και πολιτικά οφέλη, ενώ τα μέλη και οι φίλοι του κυβερνώντος κόμματος κονομάνε κι αυτοί, εκδηλώνοντας στην κάλπη την ευγνωμοσύνη τους στους γαλαντόμους άρχοντες, τους μπερκετλήδες, που μοιράζουν εκατομμύρια στο λαό. Κι έτσι είναι όλοι ευχαριστημένοι, κι έτσι προχωρούν τα πράγματα, κι έτσι δουλεύει η μηχανή, καλολαδωμένη με τα ρουσφέτια. Τί θα κάναμε, αναρωτιέμαι, αν δεν είχαμε την Τουρκοκρατία;




