Για να ξεστρατίσει την ενοχλητική, γι’ αυτόν και την κυβέρνησή του, κουβέντα περί σκανδάλων, ο Κυριάκος Μητοστάκης έριξε προ ημερών το τραπέζι την ιδέα του ασυμβιβάστου μεταξύ βουλευτή και υπουργού. Αυτή η πρόταση ήταν τόσο άκαιρη, άστοχη, ασήμαντη και ανεδαφική, που ακόμα και δικοί του βουλευτές, σύμφωνα με δημοσιογραφικές πληροφορίες, την χαρακτήρισαν «ανόητη».
Δεν πρόκειται, είπαν, να καταντήσουν «ρεπατζήδες» των βουλευτών που θα υπουργοποιούνται, ελευθερώνοντας έδρανα στη Βουλή για τους «επιλαχόντες», οι οποίοι θα κληθούν να κάνουν τα ρεπό των τυχερών συναδέλφων τους. Ρεπό, λοιπόν. Σύμφωνα με το Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, είναι η σύντομη άδεια που παραχωρείται περιοδικά σε εργαζόμενους για ξεκούραση. Το ρεπό ένα αντιδάνειο: η διαδρομή της λέξης ξεκινά από τη γαλλική «repos», από το ρήμα «reposer» που σημαίνει «αναπαύω, ησυχάζω». Αυτό προέρχεται από τον μεταγενέστερο λατινικό όρο «repausare», από το λατινικό « pausa», που παραπέμπει βέβαια στην ελληνική λέξη «παύσις».
Μια παύση λοιπόν από την εργασία, μια ανεπίσημη αργία, ένα διάλειμμα για ανάπαυση είναι το ρεπό, σύμφωνα με το Λεξικό. Συνεπώς, το ρεπό είναι κάτι καλό, είναι κάτι ευχάριστο, αλλά η έκφραση «κάνω τα ρεπό κάποιου», είναι υποτιμητική, διότι ο «ρεπατζής», ο αναπληρωτής, θεωρείται κατώτερος του σημαντικότερου συναδέλφου του που αναπαύεται – ο διορισμός του ρεπατζή είναι μια επιλογή που γίνεται εξ ανάγκης, κι όχι για την αξία του. Πάντως, με τόσα μείζονα κοινωνικά προβλήματα, με τόσα μέτωπα ανοιχτά που αντιμετωπίζει το
Καθεστώς, όπως είναι η δίκη για το έγκλημα των Τεμπών, όπως είναι οι καινούριες δικογραφίες για τον βρόμικο Οπεκεπέ, όπως είναι το σκάνδαλο των Υποκλοπών και του Πρέντατορ, το να ασχολείσαι με το ασυμβίβαστο βουλευτού και υπουργού, εμένα μου θυμίζει τους βυζαντινούς θεολόγους, που συζητούσαν στα σοβαρά για το φύλο των αγγέλων, με τους εχθρούς της Κωνσταντινούπολης προ των πυλών.




