Ευθιξία είναι η ιδιότητα του εύθικτου, από το «ευ» και το «θίγω», που σημαίνει «προσβάλλω, τραυματίζω, προκαλώ ζημιά, πλήττω», αλλά και «κάνω λόγο για κάτι». Πλέον δεν είναι και πολύ συνηθισμένο να είναι κάποιος εύθικτος, δηλαδή να θίγεται με το παραμικρό, να είναι μυγιάγγιχτος, μη μου άπτου, ένας υπερευαίσθητος τύπος που δεν σηκώνει μύγα στο σπαθί του, που ακόμα και μια καλόπιστη παρατήρηση την εκλαμβάνει ως προσβολή.
Ένας εύθικτος σίγουρα δεν είναι ένα παχύδερμο, ένας απαθής, χονδρόπετσος άνθρωπος, που δεν ιδρώνει τ’ αυτί του. Σίγουρα δεν είναι εύθικτος, για παράδειγμα, ένας επίορκος πολιτικός που εννοεί να διατηρεί την εξουσία που απορρέει από το δημόσιο αξίωμά του, ακόμα κι όταν η αποφορά από τη διαφθορά του έχει φτάσει στα ουράνια. Ένας τέτοιος άνθρωπος, θα την αδειάσει την καρέκλα των προνομίων, της δόξας και της προσωπικής ευημερίας, μόνο όταν αναγκαστεί να το κάνει. Από το νόμο, ή από τον αρχηγό του, ο οποίος γενικώς προτιμάει να πέσουν τα κεφάλια των συνεργατών του που συνελήφθησαν με τη γίδα στην πλάτη, παρά το δικό του.
Οπότε, εάν ο αμαρτωλός δημόσιος λειτουργός διαταχθεί να βαδίσει πρώτος στο ναρκοπέδιο, για να εξουδετερώσει τις νάρκες που προορίζονταν για τον Ηγέτη, θα το κάνει, αλλά φυσικά με βαριά καρδιά. Έτσι όμως, θα σωθεί ο Μεγάλος, ο οποίος συνακολούθως αποδεικνύεται μεγαλύτερο παχύδερμο απ΄τον στρατιώτη του, περισσότερο αναίσθητος και χοντρόπετσος απ’ αυτόν, με ακόμα μικρότερη ευθιξία.
Η οποία ευθιξία, όχι η ακραία, που σε άλλες χώρες και πολιτισμούς οδηγεί σε χαρακίρι τον αξιωματούχο που ατιμάστηκε, αλλά η απλή, η λογική ευθιξία, το φιλότιμο, η τσίπα, η ντροπή, η ευαισθησία, γενικώς λείπει από την κοινωνία, κι όχι μόνο από τους πολιτικούς. Το ψάρι καμιά φορά αρχίζει να βρομάει από την ουρά, κι όχι από το κεφάλι.
Παύλος Μεθενίτης




