Με την ευρωπαία εισαγγελέα να στηλιτεύει το ελληνικό πελατειακό σύστημα, ήρθε και πάλι στην επικαιρότητα η λέξη «πελάτης», ο αγοραστής ειδών ενός καταστήματος, ο θαμώνας κέντρου, η και το πρόσωπο που χρησιμοποιεί τις υπηρεσίες οποιουδήποτε ελεύθερου επαγγελματία. Αυτή είναι η θετική έννοια, γιατί υπάρχει και η αρνητική: πελάτης, στην ποδοσφαιρική αργκό, είναι ο ηττημένος κατά συρροήν, αυτός που υποτάσσεται σε έναν πιο κραταιό αντίπαλο. Και τελικά, αυτή η υποτιμητική σημασία του πελάτη φαίνεται να είναι εγγεγραμμένη στο ετυμολογικό DNA του όρου.
Η αρχαία σημασία του πελάτη, είναι «αυτός που πλησιάζει, που προσεγγίζει». «Όμοιος ομοίω, αεί πελάζει», έλεγε ο Πλάτωνας, που σημαίνει πως από τη φύση μας προσεγγίζουμε ανθρώπους που μας μοιάζουν – τα ομώνυμα έλκονται. Όμως, «πελάτης» στην αρχαιότητα ονομαζόταν κάθε μέλος της τάξης των ελευθέρων, αλλά φτωχών πολιτών. Αυτοί οι πελάτες υποχρεώνονταν να μισθώνουν την εργασία τους για να ζήσουν. Η αγγλική λέξη για τον πελάτη, «client», προέρχεται από το λατινικό όρο «cliens», που αναφερόταν σε κάθε ρωμαίο πολίτη με περιορισμένα δικαιώματα, ο οποίος προσέφερε τις υπηρεσίες του σε κάποιο εξέχον πρόσωπο, έναν πατρίκιο ας πούμε, εξασφαλίζοντας έτσι την οικονομική και νομική του προστασία…
Η ετυμολογία λέει τη διαχρονική αλήθεια: παραμένουμε πελάτες των ισχυρών και των πλουσίων – και με την κακή έννοια, της πολιτικής και κοινωνικής εξάρτησης, αλλά και με την «καλή». Για να μετακινηθώ αναγκάζομαι να γίνω πελάτης ενός μεγαλοεπιχειρηματία των καυσίμων, που τυγχάνει επιπλέον και ιδιοκτήτης μιας ποδοσφαιρικής ομάδας, και κάμποσων ΜΜΕ που προωθούν τους κοινοβουλευτικούς του εντολοδόχους. Έτσι, το Μεγάλο Αφεντικό είναι σίγουρο πως τελικά κάπου θα με πιάσει πελάτη: στα καύσιμα, στην ενημέρωση, στα σπορ, ή στην κάλπη!
Άρα όλοι μας είμαστε πελάτες κάπου, οπότε εξ ορισμού το δίκιο είναι πάντα με το μέρος μας, έτσι δεν είναι;
Παύλος Μεθενίτης




