Δεκαοκτώ μήνες φυλάκιση, μετατρέψιμη προς δέκα ευρώ την ημέρα, ήταν η ποινή που επέβαλε το Αυτόφωρο Τριμελές Πλημμελειοδικείο της Αθήνας στην 72χρονη ιδιοκτήτρια του παράτυπου γηροκομείου στους Αμπελόκηπους, η οποία κρίθηκε ένοχη για απόπειρα εκβίασης για ποσό 150 ευρώ και όχι για ποσό 2.000 ευρώ, για μία πράξη έκθεσης (από τις τρεις που ανέφερε το κατηγορητήριο) και για απείθεια. Οι δικαστές, μάλιστα, δεν αναγνώρισαν κανένα ελαφρυντικό στην κατηγορούμενη, ούτε αυτό του σύννομου βίου, ούτε της ειλικρινούς μεταμέλειας.
Αποκαλυπτική ήταν η κατάθεση του κοινωνικού λειτουργού που είχε διενεργήσει έλεγχο στον συγκεκριμένο χώρο τον περασμένο Απρίλιο, προκειμένου να διαπιστώσει αν λειτουργεί νόμιμα. «Καταρχάς, εκεί μέσα υπήρχε μια δυσωδία, μάλλον από τα ζώα. Ήταν τέσσερα σκυλιά και μια γάτα. Όταν μπήκαμε, βρήκαμε τέσσερα άτομα σε τέσσερα ξεχωριστά δωμάτια», είπε ο μάρτυρας.
Πρόεδρος: Σε τι κατάσταση ήταν αυτοί οι άνθρωποι;
Μάρτυρας: Βρήκαμε μια κυρία αφυδατωμένη, υποσιτισμένη. Αν δεν είχε γίνει αυτή η επιχείρηση, η γυναίκα θα είχε πεθάνει. Ήταν πραγματικά ετοιμοθάνατη.
Σε καμία περίπτωση δεν μπορώ να χαρακτηρίσω αυτόν τον χώρο δομή. Δεν είχε τίποτα, ούτε προσωπικό, ούτε φακέλους ασθενών, τίποτα. Δεν υπήρχε κανένας εξοπλισμός. Μόνο η μία κυρία ήξερε τι φάρμακα να πάρει. Οι άλλοι ασθενείς ήταν εκεί σαν παρκαρισμένοι για να πεθάνουν. Τα τρόφιμα που είδα στο ψυγείο ήταν ληγμένα. Ζώα και άνθρωποι ήταν ένα πράγμα. Δεν υπήρχε καθαριότητα.
Αντίθετα, μάρτυρες υπεράσπισης κατέθεσαν πως η κατηγορούμενη παρείχε άψογες υπηρεσίες φροντίδας στους γονείς τους.
Η γυναίκα, στην απολογία της, είπε πως το διαμέρισμα αυτό το είχε ενοικιάσει πριν από 1,5 χρόνο και στη συνέχεια περιέγραψε την κατάσταση στην οποία έφτασε η μητέρα της καταγγέλλουσας από το νοσοκομείο, ισχυριζόμενη ότι εκείνη βρήκε ασθενοφόρο για να τη γυρίσουν πίσω.
Πρόεδρος: Γιατί δεν ανοίγατε την πόρτα στους αστυνομικούς;
Κατηγορούμενη: Την άνοιξα την πόρτα… Είμαι άνθρωπος της προσφοράς. Δεν θα ζητούσα από μια φτωχή γυναίκα 2.000 ευρώ.
Συνεχίζοντας, η 72χρονη υποστήριξε πως για τις «υπηρεσίες» που προσέφερε ζητούσε «πέντε με έξι κατοστάρικα τον μήνα», ενώ ισχυρίστηκε ότι η τροφή που παρείχε στους ηλικιωμένους ήταν υψηλής ποιότητας. «Το γιαούρτι που λένε είχε λήξει τρεις ημέρες. Και σε μωρό να το δώσεις, δεν παθαίνει κάτι», είπε.
Εισαγγελέας: Από την καταγγέλλουσα πόσα χρήματα είχατε πάρει;
Κατηγορούμενη: 300 ευρώ. Όταν διάβασα στα χαρτιά της τι προβλήματα είχε αυτή η γυναίκα, έγινα θηρίο. Αν αυτή είχε να δώσει 2.000 σε εμένα, θα ερχόταν, κύριε εισαγγελέα; Ήταν μια φτωχή γυναίκα, δεν θα της ζητούσα ποτέ τόσα λεφτά. Μου έλεγε «δώσε μου τα 300 ευρώ για να πάρω τη μάνα μου». Εγώ της πλήρωσα και το ασθενοφόρο, 75 ευρώ. Της είπα ότι θα της κρατήσω 150 για το ασθενοφόρο και τις ζημιές που έκανε η μητέρα της, μου είχε καταστρέψει τα μαξιλάρια. Εγώ τόσο αξιολόγησα τη δουλειά μου.
Είχε προηγηθεί η κατάθεση της γυναίκας που μετέφερε την άρρωστη μητέρα της στο παράτυπο γηροκομείο.
«Έχω τη μητέρα μου με προβλήματα υγείας, 72 ετών. Τη Μεγάλη Πέμπτη η μητέρα μου πήρε αιφνιδιαστικά εξιτήριο από το νοσοκομείο “Γ. Γεννηματάς”. Έπρεπε να βρω μια δομή και, Μεγάλη Εβδομάδα, ήταν δύσκολο. Έψαχνα γηροκόμο για το σπίτι αλλά δεν βρήκα. Βρήκα αυτή την αγγελία της κατηγορούμενης στην εφημερίδα», είπε η μάρτυρας και συνέχισε:
«Έψαχνα μια προσωρινή λύση για τη μητέρα μου. Τηλεφώνησα και ρώτησα αν μπορούσα να επισκεφθώ τον χώρο. Δέχθηκε και πήγα».
Πρόεδρος: Πώς σας φάνηκε ο χώρος;
Μάρτυρας: Δεν μου φάνηκε ύποπτος. Αν έβλεπα κάτι ύποπτο, δεν θα άφηνα τη μητέρα μου. Συμφωνήσαμε τα χρήματα και άφησα προκαταβολή. Την ίδια ημέρα πήγε η μητέρα μου εκεί. Το άλλο πρωί χτύπησε το τηλέφωνό μου. Ήταν η κατηγορούμενη και, σε έξαλλη κατάσταση, αξίωνε χρήματα για να μη πετάξει τη μητέρα μου. Έλεγε ότι την κορόιδεψα γιατί ήταν δύσκολο περιστατικό. Ζητούσε από 1.500 έως 2.000 ευρώ, αλλιώς έλεγε ότι θα την πετάξει στον κάδο απορριμμάτων. Της έλεγα να μου δώσει λίγο χρόνο να τη μεταφέρω, να βρω ασθενοφόρο. Δεν μπορούσα να συνεννοηθώ. Πήγα στο διαμέρισμα, αλλά δεν μου άνοιξε. Πήρα την αστυνομία, δεν άνοιγε ούτε στους αστυνομικούς. Οι αστυνομικοί με πήγαν στο Τμήμα να καταθέσω. Η κατηγορούμενη συνέχισε με μηνύματα να με απειλεί και να με βρίζει. Τελικά βρήκα ασθενοφόρο και κατάφερα να πάρω τη μητέρα μου».
Μίνα Μουστάκα



