Η «αυλή» είναι μια ωραία, εύηχη λέξη. Θυμίζει γέλια παιδιών που παίζουν στην ανοιχτή έκταση πίσω ή μπροστά από ένα σπίτι, ή σχολείο: ποδιές, παρέες, βιβλία, ραβασάκια, κυνηγητό, μπάλα, φωνές. Η αυλή θυμίζει κληματαριά, πηγάδι, παιχνίδια πεταμένα, γλάστρες με λουλούδια. Η αυλή, σε ένα τόπο σαν την Ελλάδα, αυτός ο υπαίθριος χώρος ως φυσική συνέχεια της οικίας, είναι από την απώτατη αρχαιότητα ένα πεδίο κοινωνικοποίησης, συνάθροισης και αναψυχής.
Αυλή λέμε τον περιβάλλοντα χώρο της κατοικίας. Όμως δεν σήμαινε πάντα αυτό: το Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας λέει πως η έννοια της λέξης «αυλή», ξεκινώντας από τη σημασία «ο χώρος πέριξ του παλατιού», ο «περιβάλλων χώρος όπου περνούσαν τη νύχτα τους οι υπηρέτες ή και τα ζώα του παλατιού», εξελίχθηκε σημασιολογικά ως «ο χώρος που περιβάλλει το σπίτι», ο αύλειος χώρος.
Συνεπώς είναι λογικό, η λέξη και τα παράγωγά της, ιδίως αυτά, να περιγράφουν τα πρόσωπα και τις δραστηριότητες της καμαρίλας κάποιου εστεμμένου, όλον αυτό τον φαιδρό εσμό των παρατρεχάμενων ενός υψηλού προσώπου, όπως ο αυλάρχης, ο αυλικός και ο αυλοκόλακας. Σημειωτέον πως όλοι αυτοί οι δορυφόροι, οι σύμβουλοι, οι ακόλουθοι, οι υπηρέτες και οι παντοειδείς ξεσκονίστρες της αυλής, δεν είναι απαραίτητο να είναι προσκολλημένοι σε κάποια βασιλική υψηλότητα: η αυλή περιγράφει και το σύνολο των ανθρώπων που περιστοιχίζουν ένα σημαντικό δημόσιο πρόσωπο σε θέση εξουσίας, όπως ένας Πρωθυπουργός ή Πρόεδρος, σαν ετερόφωτοι δορυφόροι του.
Όμως, υπάρχουν πολλοί απλοί και φτωχοί άνθρωποι, που λατρεύουν ένα βασιλιά, χωρίς ίδιον όφελος, όπως οι αυλικοί που τον πλαισιώνουν. Η δημοτικότητα, ας πούμε, που απολαμβάνει η οικογένεια του έκπτωτου βασιλέα, οι Ντεγκρέδες με τ’ όνομα, μαρτυρεί τη στάθμη της πνευματικής, πολιτικής και ηθικής συγκρότησης ενός λαού, που δεν σκάει στα γέλια με τη φράση «ελέω Θεού βασιλεύς».
Παύλος Μεθενίτης



