Του Χρήστου Καπούτση
Το ουκρανικό θαλάσσιο drone με εκρηκτικά που εντοπίστηκε ανοιχτά της Λευκάδας εξελίσσεται πλέον σε υπόθεση με σαφή γεωπολιτική, στρατιωτική και διπλωματική διάσταση για την Ελλάδα. Για πρώτη φορά, η ελληνική κυβέρνηση αναγνωρίζει επισήμως ότι πρόκειται για ουκρανικό μη επανδρωμένο σκάφος επιφανείας (USV), με τον υπουργό Εθνικής Άμυνας Νίκο Δένδια να χαρακτηρίζει το περιστατικό «εξαιρετικά σοβαρό». Η δημόσια αυτή τοποθέτηση έχει ιδιαίτερη σημασία, διότι μετατοπίζει το θέμα από το επίπεδο ενός επιχειρησιακού συμβάντος ασφαλείας σε πεδίο κρατικής και διπλωματικής διαχείρισης. Ο ΥΕΘΑ Νίκος Δένδιας, προσερχόμενος στο Συμβούλιο Εξωτερικών Υποθέσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις Βρυξέλλες, αποκάλυψε ότι η ελληνική πλευρά θεωρεί πλέον βέβαιη την ουκρανική προέλευση του drone και έθεσε το ζήτημα ενώπιον των Ευρωπαίων ομολόγων του, παρουσία και του Ουκρανού υπουργού Άμυνας, ο οποίος φέρεται να δήλωσε έκπληκτος και να διαβεβαίωσε ότι το Κίεβο θα διερευνήσει το θέμα.
Ωστόσο, η αλλαγή της επίσημης κυβερνητικής γραμμής δεν περνά απαρατήρητη. Λίγες ημέρες νωρίτερα, ο Νίκος Δένδιας, σε κομματική εκδήλωση, είχε αναφερθεί σε «μη κατονομαζόμενη ξένη χώρα», αποφεύγοντας να προσδιορίσει την ουκρανική προέλευση του μη επανδρωμένου σκάφους. Παράλληλα, είχε υποστηρίξει ότι το drone εντοπίστηκε σε διεθνή ύδατα, θέση που αμφισβητείται από τις μαρτυρίες των ψαράδων που το ανέσυραν κοντά στις ακτές της Λευκάδας, περιγράφοντας ένα σκάφος με ενεργή μηχανή και εκρηκτικό φορτίο. Ακόμη πιο αποκαλυπτική ήταν η τοποθέτηση του υπουργού Εξωτερικών Γιώργου Γεραπετρίτη, ο οποίος χαρακτήρισε το περιστατικό «ιδιαίτερα σοβαρή εξέλιξη» και ξεκαθάρισε ότι, μετά την ολοκλήρωση της τεχνικής διερεύνησης από το Γενικό Επιτελείο Εθνικής Άμυνας, η ελληνική κυβέρνηση θα προχωρήσει στα «αναγκαία διαβήματα». Στη διπλωματική γλώσσα, η συγκεκριμένη διατύπωση μόνο τυπική δεν είναι, υπό την προϋπόθεση φυσικά ότι τα «διαβήματα» της Ελληνικής κυβέρνησης προς την Ουκρανία θα πραγματοποιηθούν και θα έχουν ουσιαστικό αποτέλεσμα. Η Αθήνα εξετάζει επίσημη αντίδραση προς το Κίεβο (διευκρινίζουμε εξετάζει), σε μια περίοδο κατά την οποία η Ελλάδα έχει στηρίξει πολιτικά, στρατιωτικά και διπλωματικά την Ουκρανία από την πρώτη στιγμή της ρωσικής εισβολής. Το περιστατικό της Λευκάδας, όμως, δύσκολα μπορεί να ιδωθεί αποκομμένο από το ευρύτερο γεωστρατηγικό περιβάλλον. Ο πόλεμος στην Ουκρανία, η στρατιωτική ένταση στη Μαύρη Θάλασσα, η εύφλεκτη κατάσταση στη Μέση Ανατολή, οι εξελίξεις στον Περσικό Κόλπο, οι εύθραυστες ισορροπίες μεταξύ Τουρκίας και Ισραήλ, αλλά και η αντιπαράθεση με το Ιράν, συνθέτουν πλέον ένα ενιαίο πλέγμα κρίσεων ασφαλείας. Σε αυτό το γεωπολιτικό περιβάλλον, η Ανατολική Μεσόγειος μετατρέπεται σταδιακά σε χώρο αλληλεπικάλυψης στρατιωτικών, ενεργειακών και ναυτικών ανταγωνισμών. Και η Ελλάδα, λόγω γεωγραφικής θέσης, εμπορικής ναυτιλίας, ενεργειακών υποδομών και στρατιωτικών εγκαταστάσεων, βρίσκεται πλέον μέσα στον πυρήνα αυτής της αντιπαράθεσης. Η παρουσία ενός ουκρανικού drone με εκρηκτικά στο Ιόνιο δεν αποτελεί απλώς ένα τεχνικό ή επιχειρησιακό συμβάν. Είναι ένδειξη ότι οι συνέπειες του πολέμου της Ουκρανίας αρχίζουν να διαχέονται πέρα από τη Μαύρη Θάλασσα και να αγγίζουν ευθέως τον ελληνικό θαλάσσιο χώρο, τις ενεργειακές διαδρομές και την ασφάλεια της Ανατολικής Μεσογείου.
Και όλα αυτά, ενώ η διεθνής συγκυρία γίνεται ακόμη πιο σύνθετη και το γεωπολιτικό περιβάλλον παραμένει συγκρουσιακό και δυνάμει αποσταθεροποιητικό. Ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών Ντόναλντ Τραμπ, λίγο πριν από την επίσκεψή του στο Πεκίνο, δήλωσε ότι «δεν νομίζω ότι χρειαζόμαστε βοήθεια από την Κίνα για το Ιράν», αφήνοντας να εννοηθεί ότι η Ουάσιγκτον θεωρεί πως μπορεί να διαχειριστεί αυτόνομα την κρίση στον Περσικό Κόλπο. Παράλληλα όμως, άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο αλλαγής στάσης ως προς την εκεχειρία και τη διαχείριση των περιφερειακών συγκρούσεων, επιβεβαιώνοντας τη γνωστή στρατηγική ασάφειας που χαρακτηρίζει την αμερικανική πολιτική υπό τον Τραμπ. Η επικείμενη συνάντηση του Αμερικανού προέδρου Ντ. Τραμπ με τον πρόεδρο της Κίνας Σι Τζινπίνγκ αποκτά έτσι ιδιαίτερη γεωπολιτική και γεωενεργειακή βαρύτητα. Το βασικό θέμα στην ατζέντα δεν φαίνεται να είναι ούτε οι δασμοί ούτε το εμπόριο, αλλά η παγκόσμια γεωπολιτική σταθερότητα και κυρίως η διαχείριση των δύο μεγάλων πολεμικών μετώπων: της Ουκρανίας και του Περσικού Κόλπου. Για την Ουάσιγκτον, ο στρατηγικός στόχος είναι σαφής: να αποτραπεί μια πλήρης γεωπολιτική σύμπλευση Πεκίνου–Μόσχας–Τεχεράνης. Οι Ηνωμένες Πολιτείες γνωρίζουν ότι η Κίνα διαθέτει κρίσιμη οικονομική επιρροή στο Ιράν, ενώ ταυτόχρονα διατηρεί στρατηγικές σχέσεις με τη Ρωσία. Από την άλλη πλευρά, το Πεκίνο δεν επιθυμεί μια γενικευμένη ανάφλεξη στον Περσικό Κόλπο, καθώς κάτι τέτοιο θα απειλούσε τις ενεργειακές του ανάγκες και τη σταθερότητα των παγκόσμιων θαλάσσιων εμπορικών διαδρομών. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, οι δηλώσεις Τραμπ για τον πόλεμο στην Ουκρανία αποκτούν ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Ο Αμερικανός πρόεδρος επαναλαμβάνει ότι ο πόλεμος «πρέπει να τελειώσει», αφήνοντας να εννοηθεί ότι μια νέα αμερικανική στρατηγική θα μπορούσε να στηριχθεί περισσότερο στη διαπραγμάτευση και λιγότερο στη διαρκή στρατιωτική κλιμάκωση. Είναι πλέον ορατό ότι βρίσκεται σε εξέλιξη μια προσεκτική, άτυπη προσέγγιση μεταξύ Ουάσιγκτον και Μόσχας. Όχι ως στρατηγική συμμαχία, αλλά ως ρεαλιστική αναγνώριση, ότι χωρίς κάποιου είδους συνεννόηση ΗΠΑ–Ρωσίας, ούτε η Ουκρανία ούτε η Μέση Ανατολή μπορούν να σταθεροποιηθούν. Το πιθανότερο σενάριο, υπό αυτές τις συνθήκες, θα μπορούσε να είναι μια μορφή ελεγχόμενου συμβιβασμού μεταξύ Κιέβου και Μόσχας: μια συμφωνία περιορισμού ή παγώματος των συγκρούσεων, όπου η Ουκρανία ενδεχομένως θα αποδεχθεί ειδικά καθεστώτα ασφαλείας ή απώλειες εδαφών, με αντάλλαγμα εγγυήσεις επιβίωσης και οικονομικής στήριξης από τη Δύση. Για τη Ρωσία, ένας τέτοιος συμβιβασμός θα μπορούσε να ισοδυναμεί με έμμεση αναγνώριση στρατηγικών στόχων στο πεδίο. Για τις Ηνωμένες Πολιτείες, θα σήμαινε σταδιακή απεμπλοκή από έναν εξαιρετικά δαπανηρό πόλεμο και μεταφορά του στρατηγικού βάρους προς την Κίνα και τον Ινδο-Ειρηνικό ωκεανό.
Ωστόσο, το μεγάλο ερώτημα, αφορά την Ευρώπη. Διότι μια περιορισμένη έστω αμερικανορωσική προσέγγιση θα μπορούσε να ανατρέψει συνολικά το γεωπολιτικό πλαίσιο πάνω στο οποίο οικοδομήθηκε η ευρωπαϊκή πολιτική μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία. Θα επηρέαζε άμεσα την ενεργειακή πολιτική της Ευρώπης, τις κυρώσεις σε βάρος της Ρωσίας, τα εξοπλιστικά προγράμματα προς μία αυτάρκη ευρωπαϊκή άμυνα και ασφάλεια, τη συνοχή του ΝΑΤΟ και τελικά, την ίδια τη στρατηγική αυτονομία της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Και μέσα σε αυτή τη νέα πραγματικότητα, το ερώτημα για την Ελλάδα είναι πλέον απολύτως συγκεκριμένο: είναι προετοιμασμένη η Ελλάδα για μια εποχή όπου ο πόλεμος της Ουκρανίας, η κρίση της Μέσης Ανατολής και οι παγκόσμιοι ενεργειακοί ανταγωνισμοί δεν θα αποτελούν μακρινές εξελίξεις, αλλά παράγοντες που θα επηρεάζουν άμεσα την ελληνική ασφάλεια, τη ναυσιπλοΐα, την οικονομία και τη γεωπολιτική της θέση;



