Η αποτρόπαια συμπεριφορά του Ισραήλ προς τους ακτιβιστές του στολίσκου αλληλεγγύης στη Γάζα, έφερε την επιφάνεια, ξανά, τη λέξη «ακτιβισμός».Το Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας τον ορίζει ως «πρακτικισμό», εκείνη δηλαδή την πολιτική αντίληψη και πρακτική που δίνει μεγάλη έμφαση στη διαδικασία και στην επιλογή της δράσης, όπως είναι οι διαδηλώσεις και οι καταλήψεις, για την επίτευξη στόχων.
Η λέξη είναι μεταφορά στα ελληνικά του γαλλικού όρου activism, από το επίθετο actif, με προέλευση από το λατινικό activus, δηλαδή «ενεργητικός, δραστήριος». Η πρώτη χρήση της λέξης «activism» καταγράφεται το 1915, όταν Σουηδοί ακτιβιστές συγκέντρωναν υπογραφές για τη εγκατάλειψη της ουδετερότητας της χώρας τους στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, και την συστράτευσή της με τους αντιπάλους των Συμμάχων.
Μία συγκεκριμένη πτυχή του ακτιβισμού, ο περιβαλοντικός ακτιβισμός, έχει ξεσηκώσει αντιδράσεις. Κάποιοι θερμοκέφαλοι, για να εξασφαλίσουν την προσοχή του κόσμου στη κλιματική αλλαγή που προκαλείται από την χρήση ορυκτών καυσίμων, καταφεύγουν στην απολύτως απαράδεκτη, κατ’ εμέ, πρακτική του βανδαλισμού έργων τέχνης, πετώντας σούπα ή πουρέ σε εμβληματικούς πίνακες, όπως η Μόνα Λίζα του ντα Βίντσι, ή τα Ηλιοτρόπια του Βαν Γκογκ.
Ίσως οι ακτιβιστές εμπνεύστηκαν από την Καναδή φεμινίστρια Μέρι Ρίτσαρντσον, η οποία το 1914 χτύπησε με μπαλτά την «Αφροδίτη μπροστά στον καθρέφτη» του Ντιέγο Βελάσκεθ, στην Εθνική Πινακοθήκη του Λονδίνου, για να διαμαρτυρηθεί για τη φυλάκιση της μαχητικής σουφραζέτας Έμελιν Πάνκχερστ. Όμως, η αμαύρωση του κάλλους, που κάνει τη ζωή μας αξιοβίωτη, είναι τόσο απεχθής, που όχι μόνο δεν καθιστά τα ώτα μας ευήκοα, παρά επιφέρει το αντίθετο αποτέλεσμα.
Πάντως, οι ακτιβιστές που απήχθησαν, ταπεινώθηκαν και βασανίστηκαν από το γενοκτονικό και τρομοκρατικό κράτος του Ισραήλ, επειδή ήθελαν να πάνε φάρμακα και παιδικά γάλατα στον ερειπιώνα της Γάζας, σίγουρα δεν αμαύρωσαν κανένα κάλλος.
Παύλος Μεθενίτης



