Ο Ντόναλντ Τραμπ και ο Μπενιαμίν Νετανιάχου πίστευαν ότι μια νίκη απέναντι στο Ιράν θα αναδιαμόρφωνε τη Μέση Ανατολή. Η περιοχή πράγματι αναδιαμορφώνεται. Όχι όμως με τον τρόπο που περίμεναν. Η Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν δεν έχει ηττηθεί. Ο κίνδυνος πλέον είναι η δημιουργία μιας μακροχρόνιας, φθοροποιού και μόνιμης κρίσης, που θα ταλαντεύεται ανάμεσα σε περιόδους έντασης και ανοιχτής σύγκρουσης, αναφέρει σε ανάλυσή του το BBC.
Το ιρανικό καθεστώς αποδείχθηκε πολύ πιο δύσκολος αντίπαλος απ’ ό,τι είχαν υποθέσει ο Τραμπ και ο Νετανιάχου. Η εκτίμησή τους αποδείχθηκε λανθασμένη και πλέον έχουν χάσει τον έλεγχο των συνεπειών.
Η πιο πρόσφατη από αυτές είναι η κατάρριψη του αμερικανικού επιθετικού ελικοπτέρου Apache από το Ιράν. Πρόκειται για μια ακόμη υπενθύμιση ότι οι ηγέτες της Τεχεράνης εξακολουθούν να έχουν τη δυνατότητα να πλήξουν τις Ηνωμένες Πολιτείες και δεν δείχνουν καμία διάθεση να υποχωρήσουν από την αποφασιστικότητά τους να βγουν νικητές από αυτή τη σύγκρουση.
Για την ιρανική ηγεσία, νίκη σημαίνει επιβίωση και ενίσχυση της αποτρεπτικής της ισχύος, μέσα από την αναγνώριση του ελέγχου της στο Στενό του Ορμούζ, έναν από τους σημαντικότερους θαλάσσιους διαδρόμους του πλανήτη.
Ο Αμερικανός πρόεδρος και οι στρατηγοί του θα επιχειρήσουν να βαθμονομήσουν την απάντησή τους στην απώλεια του ελικοπτέρου, ώστε να αποδείξουν ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν εκφοβίζονται, διατηρώντας παράλληλα ζωντανή τη βραδυκίνητη και μέχρι στιγμής άκαρπη διπλωματική διαδικασία.
Το γεγονός ότι το πλήρωμα του Apache επέζησε είναι κρίσιμο. Αν είχαν υπάρξει νεκροί Αμερικανοί στρατιώτες, η αντίδραση της Ουάσιγκτον θα ήταν πιθανότατα πολύ πιο σκληρή.
Ο Τραμπ έχει επενδύσει πολιτικά σε μια συμφωνία με το Ιράν που θα οδηγούσε στην επαναλειτουργία του Στενού του Ορμούζ και θα άνοιγε τον δρόμο για μακροπρόθεσμες διαπραγματεύσεις σχετικά με το πυρηνικό πρόγραμμα της Τεχεράνης και τα αποθέματα εμπλουτισμένου ουρανίου.
Ο πόλεμος, ωστόσο, δεν είναι δημοφιλής στις Ηνωμένες Πολιτείες και ο Αμερικανός πρόεδρος αναζητεί μια έξοδο που θα μπορεί να παρουσιάσει ως νίκη. Αποδεικνύεται όμως πολύ πιο δύσκολο απ’ όσο υπολόγιζε.
Ο Τραμπ και ο Νετανιάχου ανακαλύπτουν ένα παλιό μάθημα της Ιστορίας: από τότε που οι άνθρωποι ανακάλυψαν την τέχνη – και την κατάρα – του πολέμου, οι ηγέτες διαπιστώνουν ότι είναι ευκολότερο να ξεκινήσεις έναν πόλεμο παρά να τον τερματίσεις με μια καθαρή νίκη.
Όταν οδήγησαν τις χώρες τους σε σύγκρουση με το Ιράν, στα τέλη Φεβρουαρίου, και οι δύο μίλησαν σαν να πλησίαζε μια ιστορική καμπή. Υπέθεταν ότι το καθεστώς που κυβερνά το Ιράν από την Ισλαμική Επανάσταση του 1979 βρισκόταν κοντά στην κατάρρευση.
Τα ξημερώματα εκείνης της ημέρας, από το θέρετρό του στο Μαρ-α-Λάγκο της Φλόριντα, ο Τραμπ απευθύνθηκε στους αντιπάλους του ιρανικού καθεστώτος, επαναλαμβάνοντας την υπόσχεση που τους είχε δώσει τον Ιανουάριο ότι «η βοήθεια έρχεται».
«Στον μεγάλο και περήφανο λαό του Ιράν λέω απόψε ότι η ώρα της ελευθερίας σας πλησιάζει. Μείνετε προστατευμένοι. Μην βγείτε από τα σπίτια σας. Είναι πολύ επικίνδυνα έξω. Βόμβες θα πέφτουν παντού. Όταν τελειώσουμε, πάρτε στα χέρια σας την κυβέρνησή σας. Θα είναι δική σας. Αυτή ίσως είναι η μοναδική σας ευκαιρία για πολλές γενιές», είχε δηλώσει.
Το επόμενο πρωί, ο Νετανιάχου εμφανίστηκε στην ταράτσα του υπουργείου Άμυνας στο Τελ Αβίβ και μίλησε με την ίδια βεβαιότητα για τη νίκη.
«Αυτός ο συνασπισμός δυνάμεων μάς επιτρέπει να κάνουμε αυτό που ονειρευόμουν εδώ και σαράντα χρόνια: να συντρίψουμε το καθεστώς της τρομοκρατίας. Αυτό υποσχέθηκα και αυτό θα κάνουμε», δήλωσε.
Σε όλη τη διάρκεια της πολιτικής του σταδιοδρομίας, ο Νετανιάχου υποστήριζε ότι η πραγματική απειλή για το Ισραήλ προερχόταν από το Ιράν και όχι από τους Παλαιστινίους ή τους αραβικούς γείτονές του. Επί χρόνια προσπαθούσε να πείσει Αμερικανούς προέδρους να συμμετάσχουν σε επίθεση κατά της Τεχεράνης. Ο Τραμπ ήταν ο πρώτος που ανταποκρίθηκε.
Για περισσότερο από δύο χρόνια μετά την επίθεση της Χαμάς στις 7 Οκτωβρίου 2023, ο Νετανιάχου διαβεβαίωνε τους Ισραηλινούς ότι η στρατιωτική ισχύς της χώρας, με την υποστήριξη των ΗΠΑ, θα εξουδετέρωνε τους εχθρούς της και θα διαμόρφωνε ένα ασφαλέστερο και πιο ευημερούν μέλλον. Η απάντηση, κατά την άποψή του, ήταν η ισχύς και όχι η διπλωματία.
Σήμερα όμως τα δεδομένα είναι διαφορετικά, υπογραμμίζει το BBC.
Ο Τραμπ περίμενε μια γρήγορη νίκη. Θεωρούσε ότι το μοντέλο αλλαγής καθεστώτος που είχε εφαρμοστεί πρόσφατα στη Βενεζουέλα μπορούσε να επαναληφθεί και στο Ιράν. Πίστευε ότι η Τεχεράνη θα ήταν ο επόμενος κρίκος στην αλυσίδα.
Και οι δύο ηγέτες εκτίμησαν ότι το ιρανικό καθεστώς είχε αποδυναμωθεί από τις κυρώσεις, την οικονομική κρίση, τη διαφθορά και τη διεθνή απομόνωση. Υποτίμησαν όμως την ανθεκτικότητα, τη σκληρότητα και την προσαρμοστικότητα του συστήματος εξουσίας της Ισλαμικής Δημοκρατίας.
Πίστεψαν ότι η εξόντωση της ανώτατης ηγεσίας θα οδηγούσε στην εσωτερική κατάρρευση του καθεστώτος. Υπερεκτίμησαν επίσης την αποτελεσματικότητα της στρατιωτικής ισχύος απέναντι σε ένα καθεστώς που επί σχεδόν πέντε δεκαετίες προετοιμαζόταν για μια τέτοια αναμέτρηση.
Οι επιπτώσεις δεν περιορίζονται μόνο στο Ιράν, το Ισραήλ και τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Τα αραβικά κράτη του Κόλπου, παραδοσιακοί σύμμαχοι της Ουάσιγκτον και σε ορισμένες περιπτώσεις του Ισραήλ, έχουν δεχθεί σοβαρό πλήγμα. Το πρόβλημα δεν αφορά μόνο τα χαμένα έσοδα από την ενέργεια και τα πετροχημικά προϊόντα, αλλά και το γεγονός ότι είχαν οικοδομήσει το μέλλον τους πάνω στην εικόνα μιας σταθερής και ασφαλούς περιοχής, ικανής να προσελκύει επενδύσεις και τουρισμό.
Πλέον, ο πόλεμος απειλεί να μετατρέψει αυτό το όραμα σε αντικατοπτρισμό.
Το ιρανικό καθεστώς εκτιμά ότι η επιβίωσή του, σε συνδυασμό με την ικανότητά του να προκαλεί αναταράξεις στην παγκόσμια οικονομία μέσω του Στενού του Ορμούζ και των επιθέσεων κατά γειτονικών χωρών, μπορεί να μετατραπεί σε ένα ισχυρό εργαλείο αποτροπής απέναντι στις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ.
Το βασικό ερώτημα πλέον δεν είναι ποιος θα κερδίσει τον πόλεμο, αλλά αν υπάρχει ακόμη τρόπος να τερματιστεί πριν μετατραπεί σε μια μόνιμη, ανεξέλεγκτη κρίση που θα καθορίσει τη Μέση Ανατολή για τα επόμενα χρόνια.
Πηγή: BBC



