Του Χρήστου Καπούτση
Το ΚΥΣΕΑ αναμένεται να λάβει τις επόμενες ημέρες μία από τις σημαντικότερες αποφάσεις για τη μελλοντική αμυντική θωράκιση της χώρας. Στο επίκεντρο βρίσκεται η «Ασπίδα του Αχιλλέα», το νέο πολυεπίπεδο σύστημα αεράμυνας, αντιπυραυλικής προστασίας και αντιμετώπισης drones, που αποτελεί βασικό πυλώνα της «Ατζέντας 2030» για τον εκσυγχρονισμό των Ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων. Ωστόσο, η υπόθεση δεν αφορά μόνο την άμυνα της χώρας. Διαθέτει ισχυρές περιφερειακές, διμερείς και γεωπολιτικές προεκτάσεις, οι οποίες ενδέχεται να επηρεάσουν περαιτέρω το ήδη βεβαρημένο και ασταθές περιβάλλον ασφαλείας της Ανατολικής Μεσογείου, όπου πρωταγωνιστούν σήμερα το Ισραήλ, η Τουρκία και η ευρύτερη κρίση της Μέσης Ανατολής. Η «Ασπίδα του Αχιλλέα» αποτελεί το νέο αμυντικό δόγμα αποτροπής της Ελλάδας στο πλαίσιο της «Ατζέντας 2030», όπως έχει τονίσει στις πρόσφατες δηλώσεις του ο Υπουργός Εθνικής Άμυνας, Νίκος Δένδιας. Το συγκεκριμένο σχέδιο αφορά τον ριζικό εκσυγχρονισμό των Ενόπλων Δυνάμεων για την πλήρη θωράκιση της χώρας απέναντι σε κάθε σύγχρονη απειλή. Η Ελλάδα οικοδομεί μια νέα αρχιτεκτονική αποτροπής με ισραηλινή τεχνογνωσία, σε μια περίοδο όπου οι πόλεμοι στην Ουκρανία, στη Γάζα και η σύγκρουση Ισραήλ–Ιράν αλλάζουν ριζικά τα δεδομένα της ασφάλειας. Η «Ασπίδα του Αχιλλέα», το υπό διαμόρφωση πολυεπίπεδο σύστημα αεράμυνας, αντιπυραυλικής προστασίας και αντιμετώπισης drones, φιλοδοξεί να θωρακίσει τη χώρα απέναντι στις απειλές του σύγχρονου πεδίου μάχης. Παράλληλα, η απόκτηση ισραηλινών πυραυλικών συστημάτων μεγάλου βεληνεκούς ενισχύει την ελληνική αποτρεπτική ισχύ σε Έβρο και Αιγαίο. Η Ελλάδα προχωρά στην απόκτηση 36 ισραηλινών πυραυλικών συστημάτων PULS της Elbit Systems, στο πλαίσιο μιας συμφωνίας που εκτιμάται ότι υπερβαίνει τα 800 εκατομμύρια ευρώ. Η σημασία τους δεν βρίσκεται μόνο στους εκτοξευτές, αλλά κυρίως στα πυρομαχικά ακριβείας που μπορούν να χρησιμοποιήσουν. Με δυνατότητα προσβολής στόχων σε αποστάσεις έως και 300 χιλιομέτρων, τα συστήματα αυτά προσδίδουν στον Ελληνικό Στρατό δυνατότητες στρατηγικού πλήγματος που μέχρι πρότινος αποτελούσαν κυρίως προνόμιο της Πολεμικής Αεροπορίας. Πρόκειται για μια βαθύτερη αλλαγή στρατηγικής φιλοσοφίας. Η Ελλάδα δεν επενδύει πλέον μόνο στην αναχαίτιση μιας επίθεσης, αλλά στην ικανότητα να αποτρέπει τον αντίπαλο πριν ακόμη επιχειρήσει να δράσει.
Η εξέλιξη αυτή προκαλεί έντονο προβληματισμό στην Άγκυρα. Ο υπουργός Εξωτερικών της Τουρκίας, Χακάν Φιντάν, έχει επανειλημμένα προειδοποιήσει ότι η χώρα του θεωρεί πως διαμορφώνεται ένα περιφερειακό πλέγμα συνεργασιών, Ελλάδας, Ισραήλ και ελληνοκυπρίων, που περιορίζει τη στρατηγική ελευθερία κινήσεων της Τουρκίας στην Ανατολική Μεσόγειο. Η Τουρκία δηλώνει, ο επικεφαλής της τουρκικής διπλωματίας, ότι δεν πρόκειται να αποδεχθεί παθητικά μια τέτοια εξέλιξη και προαναγγέλλει αντιδράσεις σε πολιτικό, διπλωματικό και, εφόσον το κρίνει αναγκαίο, στρατιωτικό επίπεδο. Παράλληλα, η τριμερής συνεργασία Ελλάδας–Κύπρου–Ισραήλ αποκτά ολοένα και πιο έντονα χαρακτηριστικά στρατηγικού συντονισμού. Η Κύπρος μετατρέπεται σε κρίσιμο γεωπολιτικό κόμβο μεταξύ Ευρώπης και Μέσης Ανατολής, γεγονός που προκαλεί αυξανόμενη δυσφορία στην Άγκυρα. Δεν είναι τυχαίο ότι Τούρκοι αξιωματούχοι και αναλυτές προειδοποιούν πως η όξυνση των σχέσεων Τουρκίας–Ισραήλ μπορεί να μεταφέρει μέρος της αντιπαράθεσης στην Ανατολική Μεσόγειο. Σε συνέντευξή του στην εφημερίδα «Η Καθημερινή», ο αρχιτέκτονας του νεοοθωμανικού δόγματος του «Στρατηγικού Βάθους», Καθηγητής Διεθνών Σχέσεων και πρώην Υπουργός Εξωτερικών της Τουρκίας, Αχμέτ Νταβούτογλου, διατυπώνει με σαφήνεια τη διαχρονική τουρκική θεώρηση για την Ανατολική Μεσόγειο. Η Άγκυρα εξακολουθεί να αντιμετωπίζει την περιοχή ως ενιαίο γεωπολιτικό χώρο στον οποίο θεωρεί ότι δικαιούται πρωταγωνιστικό και ρυθμιστικό ρόλο. Υπό αυτό το πρίσμα, κάθε τριμερής ή πολυμερής συνεργασία Ελλάδας, Κυπριακής Δημοκρατίας και Ισραήλ εκλαμβάνεται ως μηχανισμός γεωπολιτικής εξισορρόπησης και ανάσχεσης της τουρκικής επιρροής. Ο Αχμέτ Νταβούτογλου, δήλωσε, ότι το πρόβλημα δεν είναι μεταξύ Ισραήλ και Τουρκίας, αλλά μεταξύ Ισραήλ και ανθρωπότητας. Παράλληλα επέκρινε την Ελλάδα για τη στρατηγική της σχέση με το Ισραήλ, υποστηρίζοντας ότι δεν συμβαδίζει με τις αξίες του ελληνικού πολιτισμού. Όμως οι διεθνείς σχέσεις δεν οικοδομούνται μόνο πάνω σε ηθικές διακηρύξεις. Οικοδομούνται και πάνω στο εθνικό συμφέρον. Η ελληνοϊσραηλινή συνεργασία είναι προϊόν κοινών στρατηγικών συμφερόντων στην άμυνα, την ενέργεια και την ασφάλεια της Ανατολικής Μεσογείου.
Η αρχική ελληνική προσέγγιση ήταν απλή: η σύμπλευση με το Ισραήλ θα μπορούσε να λειτουργήσει ως ένας πρόσθετος παράγοντας αποτροπής απέναντι στην τουρκική αναθεωρητική πολιτική. Ωστόσο, η πραγματικότητα αποδεικνύεται πιο σύνθετη. Όσο η συνεργασία Αθήνας και Τελ Αβίβ αποκτά στρατιωτικό βάθος, τόσο η Άγκυρα θεωρεί ότι διαμορφώνεται ένα περιφερειακό σύστημα ασφαλείας που περιορίζει τις δικές της στρατηγικές επιλογές. Η σύμπλευση Ελλάδας και Ισραήλ, ένα κράτος που είναι υπόλογο για εγκλήματα κατά της Ανθρωπότητας , εκθέτει την Ελλάδα, όχι μόνο σε ανθρωπιστικό επίπεδο, αλλά και σε κινδύνους και υβριδικές απειλές.
Μέσα σε αυτό το σύνθετο περιβάλλον, ο καθοριστικός παράγοντας παραμένουν οι Ηνωμένες Πολιτείες. Ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ διατηρεί ανοικτούς διαύλους επικοινωνίας τόσο με τον Πρωθυπουργό του Ισραήλ Μπενιαμίν Νετανιάχου όσο και με τον Πρόεδρο της Τουρκίας Ταγίπ Ερντογάν.
Το μεγάλο στρατηγικό παράδοξο της Ανατολικής Μεσογείου είναι ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες χρειάζονται ταυτόχρονα το Ισραήλ, την Τουρκία, την Ελλάδα και την Κύπρο, αλλά οι μεταξύ τους αντιθέσεις γίνονται ολοένα και πιο έντονες. Το Ισραήλ αποτελεί τον βασικό πυλώνα της αμερικανικής στρατηγικής στη Μέση Ανατολή. Η Τουρκία παραμένει κρίσιμη λόγω γεωγραφίας, ελέγχοντας τα Στενά και αποτελώντας τη γέφυρα προς τη Μαύρη Θάλασσα, τον Καύκασο και τη Μέση Ανατολή. Η Ελλάδα και η Κύπρος, από την άλλη πλευρά, αναδεικνύονται σε σταθερούς και προβλέψιμους εταίρους, προσφέροντας στρατιωτικές υποδομές, ενεργειακές διαδρομές και πολιτική αξιοπιστία. Η Ουάσιγκτον γνωρίζει ότι μια σύγκρουση Ισραήλ–Τουρκίας ή μια νέα ελληνοτουρκική κρίση θα μπορούσε να διαρρήξει τη νοτιοανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ, σε μια περίοδο όπου ο πόλεμος στην Ουκρανία, η αστάθεια στη Μέση Ανατολή και η αντιπαράθεση με το Ιράν δοκιμάζουν ήδη τις αντοχές της Δύσης. Γι’ αυτό η αμερικανική διπλωματία δεν επιδιώκει να επιλέξει στρατόπεδο. Προσπαθεί να διατηρήσει μια εύθραυστη ισορροπία. Όμως όσο οι περιφερειακές κρίσεις πολλαπλασιάζονται, τόσο δυσκολότερο γίνεται να κρατηθούν όλοι στην ίδια γεωπολιτική εξίσωση. Και εκεί ακριβώς βρίσκεται το στρατηγικό δίλημμα της επόμενης ημέρας.



