Συμβαίνει τώρα

Μακαρόνια

Η γλώσσα είναι κάτι θαυμαστό: ένα υπέροχο, χαοτικό σύστημα, όπου τα πάντα συνδέονται, με μαγικό τρόπο, με τα πάντα. Να, ας πούμε η μακαρονάδα, που μπορεί να φάτε το βράδυ.

Πριν σας πω μερικά ετυμολογικά πράγματα γι’ αυτήν, να σας θυμίσω πως η λέξη «σπαγκέτι», από το ιταλικό spaghetti, προέρχεται από το επίσης ιταλικό «spago», που, ναι, είναι ο γνωστός μας σπάγκος, το λεπτό σκοινί που είναι κατασκευασμένο από διάφορα νήματα, τα οποία έχουν τυλιχτεί, πλεχτεί ή στριφτεί μαζί. Τώρα, θα σκεφτόσασταν ποτέ πως τα μακαρόνια σχετίζονται με τη μακαριά, το ψωμί που μοιράζεται στις κηδείες, ή το νεκρόδειπνο, το γεύμα που παρατίθεται από τους συγγενείς του μακαρίτη;

Το μακαρόνι λοιπόν, το «λεπτό, σωληνοειδές ζυμαρικό, παρασκευαζόμενο από σιταρένιο αλεύρι, νερό και αλάτι», όπως παραστατικά ορίζει τη λέξη το Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, έλκει την καταγωγή του, πιθανώς, από το βενετσιάνικο «macaroni», που παράγεται από το λατινικό «maccare», δηλαδή «κόβω», ή, κατ’ άλλη εκδοχή, από το ιταλικό «maccarone», το οποίο κι αυτό προέρχεται από τον μεσαιωνικό όρο «μακαρωνία». Και όπως σίγουρα θα καταλάβατε, αυτή η «μακαρωνία» κατάγεται από το αρχαιοελληνικό «μακαρία», τη μακαριά που λέγαμε στην αρχή.

Με δυο λόγια, τα μακαρόνια ίσως είναι ένα ακόμα αντιδάνειο. Όποια κι αν είναι όμως η καταγωγή τους, ελληνική, αραβική, περσική ή κινέζικη, τα μακαρόνια ευδοκίμησαν στην Ιταλία – η πρώτη καταγεγραμμένη συνταγή ζυμαρικών χρονολογείται από τα μέσα του 15ου αιώνα, στο βιβλίο του μάγειρα Μαρτίνο ντα Κόμο.

Να πούμε πως μέχρι τον 18ο αιώνα, περίπου, η ανάμιξη της ζύμης στην Ιταλία γινόταν με τα πόδια, όπως το πάτημα των σταφυλιών. Φαντάζομαι πως το τυρί με το οποίο πασπαλίζουμε σήμερα τη μακαρονάδα, είναι ένας φόρος τιμής στην ανυπέρβλητη μυρωδιά εκείνων των παλιών, αυθεντικών… ποδοποίητων μακαρονιών.

Παύλος Μεθενίτης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

ΟΛΕΣ ΟΙ ΕΙΔΗΣΕΙΣ