Άλλο πράγμα ο έξυπνος, κι άλλο ο εξυπνάκιας. Ο εξυπνάκιας, λέει το Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας είναι ένας μειωτικός χαρακτηρισμός γι’ αυτόν που παριστάνει τον έξυπνο, είναι αυτός που λέει εξυπνάδες, ο μυαλοπώλης.
Εξυπνάδα, είναι βέβαια η ανεπτυγμένη νοημοσύνη, η ιδιότητα του έξυπνου, είναι όμως και το ανόητο αστείο, η ανοησία. Με τις εξυπνάδες, τα δήθεν έξυπνα λόγια και πράξεις, κάποιοι προσπαθούν να εντυπωσιάσουν το ακροατήριό τους, και να δείτε πως συχνά τα καταφέρνουν, ειδικά όταν λένε τις ανοησίες τους με στιλ, όταν μπουρδολογούν θαρρετά, αποδεικνύοντας πως το πνευματικό επίπεδο του πλήθους είναι τόσο χαμηλό, εφόσον δεν δίδεται και τόσο μεγάλη σημασία στο τί θα πεις, αλλά στο πώς θα το πεις. Αυτός είναι ο χρυσός κανόνας του δημαγωγού, του λαοπλάνου, που εκστομίζει με βαθιά, καλλιεργημένη φωνή ανεκδιήγητες βλακείες κοιτώντας στα μάτια το κοινό του – που τις εισπράττει μια χαρά.Τώρα, ο έξυπνος είναι κάτι τελείως διαφορετικό.
Έξυπνος είναι αυτός που έχει την ικανότητα να αντιλαμβάνεται γρήγορα και σε βάθος τα πράγματα.
Είναι ο ευφυής, ο πνευματώδης, ο οξύνους, ο τετραπέρατος, αλλά και ο πονηρός. Έξυπνες ονομάζουμε και κάποιες συσκευές, που μπορούν να επιλέγουν τον τρόπο δράσης τους ανάλογα την περίσταση – όπως τα έξυπνα τηλέφωνα ή οι έξυπνες τηλεοράσεις.
Βέβαια, με δεδομένο το γενικό IQ του πληθυσμού, τουλάχιστον του ελληνικού, θα διαπιστώσουμε πως όσο πιο έξυπνες γίνονται οι συσκευές, τόσο πιο χαζοί γίνονται οι χρήστες τους, αλλα αυτό είναι μια άλλη, μεγάλη κουβέντα. Πάντως, η αρχική σημασία της λέξης «έξυπνος» είναι ο ξύπνιος, αυτός που έχει ξυπνήσει. Όμως, η εκτίμηση που δείχνει το κοινωνικό σώμα στους εξυπνάκηδες, στους μυαλοπώληδες, μάλλον τεκμηριώνει το ότι γενικώς, ως λαός, κοιμόμαστε όρθιοι, καθώς προτιμούμε τις βολικές και διασκεδαστικές εξυπνάδες, από τις ανησυχητικές κουβέντες των πραγματικά έξυπνων ανθρώπων



