Του Χρήστου Καπούτση
Οι πιέσεις για νέα στρατιωτική βοήθεια προς την Ουκρανία συμπίπτουν με μια βαθιά αλλαγή στη φύση του πολέμου. Για την Ελλάδα, το πραγματικό διακύβευμα δεν είναι μόνο τι οπλικά συστήματα μπορεί να διαθέσει, αλλά πώς θα προστατεύσει τη δική της αποτρεπτική ισχύ στη νέα ψηφιακή εποχή. Η ελληνική κυβέρνηση βρίσκεται αντιμέτωπη με έναν νέο κύκλο συμμαχικών πιέσεων για την παροχή πρόσθετης στρατιωτικής βοήθειας προς την Ουκρανία, σε μια περίοδο κατά την οποία ο πόλεμος εισέρχεται πλέον στον τέταρτο χρόνο του και η Ευρώπη αναζητεί τρόπους να διατηρήσει τη στρατιωτική αντοχή του Κιέβου. Αντιθέτως, η κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών εμφανίζεται περισσότερο επιφυλακτική, επιδιώκοντας να διατηρήσει ανοικτούς διαύλους επικοινωνίας τόσο με την ουκρανική όσο και με τη ρωσική πλευρά. Σύμφωνα με πληροφορίες που διακινούνται σε διπλωματικούς και νατοϊκούς κύκλους, ΗΠΑ, Βρετανία, Γαλλία και Γερμανία επιδιώκουν να παρουσιάσουν ένα νέο πακέτο στρατιωτικής ενίσχυσης της Ουκρανίας, το οποίο θα περιλαμβάνει συστήματα αεράμυνας, πυραυλικά αποθέματα και προηγμένες δυνατότητες ηλεκτρονικού πολέμου. Στο πλαίσιο αυτό, η Ελλάδα καλείται εκ νέου να εξετάσει τη διάθεση πυραύλων Patriot, χωρίς προς το παρόν να τίθεται επισήμως θέμα παραχώρησης ολόκληρων συστοιχιών. Ωστόσο, για τους στρατιωτικούς σχεδιαστές το ζήτημα κάθε άλλο παρά απλό είναι. Οι πύραυλοι Patriot αποτελούν κρίσιμο τμήμα της ελληνικής αντιαεροπορικής και αντιπυραυλικής άμυνας. Είναι σχεδιασμένοι να αντιμετωπίζουν βαλλιστικούς πυραύλους, πυραύλους cruise, μη επανδρωμένα αεροσκάφη και εχθρικά μαχητικά αεροσκάφη σε μεγάλες αποστάσεις. Επομένως, κάθε μείωση των διαθέσιμων αποθεμάτων επηρεάζει άμεσα την επιχειρησιακή επάρκεια της εθνικής αεράμυνας. Παράλληλα, οι ουκρανικές ανάγκες εξελίσσονται. Το Κίεβο δεν ζητεί πλέον μόνο αντιαεροπορικά συστήματα, αλλά και πυραύλους αέρος-αέρος, κατευθυνόμενα όπλα ακριβείας, προηγμένα μέσα ηλεκτρονικού πολέμου και δυνατότητες δικτυοκεντρικών επιχειρήσεων, καθώς η τεχνολογία μετασχηματίζει ριζικά τον τρόπο διεξαγωγής των συγκρούσεων.
Ο πόλεμος αλλάζει
Ο πόλεμος στην Ουκρανία απέδειξε ότι η στρατιωτική υπεροχή δεν εξαρτάται πλέον αποκλειστικά από τον αριθμό των αρμάτων μάχης ή των μαχητικών αεροσκαφών. Καθορίζεται από την ικανότητα ενός κράτους να συλλέγει, να επεξεργάζεται και να διανέμει πληροφορίες σε πραγματικό χρόνο. Δορυφόροι, αισθητήρες, μη επανδρωμένα αεροσκάφη, τεχνητή νοημοσύνη, κέντρα διοίκησης και δίκτυα επικοινωνιών λειτουργούν πλέον ως ένα ενιαίο ψηφιακό επιχειρησιακό οικοσύστημα, όπου η πληροφορία μετατρέπεται σε ισχύ πυρός μέσα σε ελάχιστα δευτερόλεπτα. Το ίδιο συμπέρασμα προκύπτει και από τις πρόσφατες συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή. Οι επιχειρήσεις του Ισραήλ εναντίον του Ιράν, αλλά και οι ιρανικές πυραυλικές επιθέσεις, ανέδειξαν ότι η επιβίωση ενός κράτους εξαρτάται πλέον από την αποτελεσματικότητα των συστημάτων έγκαιρης προειδοποίησης, των δικτύων διοίκησης και ελέγχου, της κυβερνοάμυνας και της δυνατότητας διαχείρισης τεράστιου όγκου πληροφοριών μέσα σε ελάχιστο χρόνο. Η πρώτη γραμμή άμυνας ενός κράτους δεν βρίσκεται πλέον μόνο στα φυσικά του σύνορα. Βρίσκεται στους δορυφόρους, στα δίκτυα δεδομένων, στα κέντρα επιχειρήσεων, στις ηλεκτρονικές επικοινωνίες, στους αλγορίθμους τεχνητής νοημοσύνης και στον κυβερνοχώρο. Όποιος ελέγχει την πληροφορία αποκτά αποφασιστικό επιχειρησιακό πλεονέκτημα πριν ακόμη εκδηλωθεί η πρώτη στρατιωτική σύγκρουση.
Η ελληνική διάσταση
Για την Ελλάδα, η νέα αυτή πραγματικότητα αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Η διαρκής τουρκική αναθεωρητική πολιτική, το δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας», η αμφισβήτηση κυριαρχικών δικαιωμάτων στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο, αλλά και η ταχύτατη ανάπτυξη της τουρκικής αμυντικής βιομηχανίας επιβάλλουν ιδιαίτερη προσοχή σε κάθε απόφαση που αφορά κρίσιμα αποθέματα στρατηγικών οπλικών συστημάτων. Παράλληλα, διεθνή δημοσιεύματα αναφέρουν ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες εξετάζουν την προμήθεια κινητήρων General Electric για το τουρκικό μαχητικό πέμπτης γενιάς KAAN, πρόγραμμα που αποτελεί στρατηγική προτεραιότητα του προέδρου Ταγίπ Ερντογάν. Εφόσον το πρόγραμμα ολοκληρωθεί επιτυχώς, η Τουρκία θα αποκτήσει σημαντικό βαθμό τεχνολογικής αυτονομίας, ενσωματώνοντας τεχνολογίες χαμηλής παρατηρησιμότητας (stealth), ραντάρ AESA, σύντηξη αισθητήρων, προηγμένα συστήματα ηλεκτρονικού πολέμου και δυνατότητες δικτυοκεντρικών επιχειρήσεων.
Η Μονάδα 1864 και ο πόλεμος του αύριο
Η πρόσφατη έναρξη λειτουργίας της Μονάδας 1864 στο Υπουργείο Εθνικής Άμυνας αποτυπώνει ακριβώς αυτή τη μετάβαση. Με την ομιλία του, ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης ουσιαστικά περιέγραψε το νέο επιχειρησιακό περιβάλλον, όπου η πρώτη επίθεση εναντίον της Ελλάδας ενδέχεται να μην εκδηλωθεί στο Αιγαίο, στον Έβρο ή στην Ανατολική Μεσόγειο, αλλά στα δίκτυα υπολογιστών, στις τηλεπικοινωνίες, στις τράπεζες και στις κρίσιμες ψηφιακές υποδομές της χώρας. Η Μονάδα 1864 δεν αποτελεί απλώς μία ακόμη στρατιωτική εγκατάσταση. Συμβολίζει τη μετάβαση των Ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων σε ένα νέο επιχειρησιακό δόγμα, όπου η πληροφορία, οι αλγόριθμοι, η τεχνητή νοημοσύνη, οι κυβερνοεπιχειρήσεις και η ανάλυση δεδομένων αποκτούν στρατηγική αξία ισότιμη με εκείνη των φρεγατών, των Rafale, των υποβρυχίων ή των πυραυλικών συστημάτων. Δεν έχει ανακοινωθεί επισήμως συμμετοχή του Ισραήλ στη δημιουργία ή στη λειτουργία της Μονάδας 1864. Ωστόσο, η στενή αμυντική συνεργασία Ελλάδας και Ισραήλ, η ανταλλαγή τεχνογνωσίας, οι κοινές ασκήσεις υψηλής επιχειρησιακής αξίας και η αξιοποίηση ισραηλινών αμυντικών τεχνολογιών επιτρέπουν την εκτίμηση ότι η ελληνική προσέγγιση επηρεάζεται από σύγχρονες διεθνείς πρακτικές αντιμετώπισης υβριδικών απειλών, κυβερνοεπιθέσεων και πληροφοριακού πολέμου.
Ιδιαίτερο πολιτικό συμβολισμό είχε και η δημόσια αναφορά του Πρωθυπουργού και του υπουργού Εθνικής Άμυνας Νίκου Δένδια στον εφοπλιστή και δωρητή Αθανάσιο Λασκαρίδη, ο οποίος χρηματοδότησε τις νέες εγκαταστάσεις της Μονάδας 1864. Το μήνυμα υπερβαίνει την ίδια τη δωρεά και μπορεί να εκληφθεί ως πρόσκληση προς την ελληνική επιχειρηματική κοινότητα να συμμετάσχει ενεργότερα στην τεχνολογική και αμυντική θωράκιση της χώρας. Η συζήτηση, επομένως, δεν αφορά μόνο το εάν η Ελλάδα θα παραχωρήσει ορισμένους πυραύλους Patriot στην Ουκρανία. Το πραγματικό ερώτημα είναι αν η χώρα προσαρμόζεται με την απαιτούμενη ταχύτητα στη νέα εποχή των συγκρούσεων.
Διότι στον 21ο αιώνα, η πρώτη επίθεση ίσως να μην συνοδευτεί από πολεμικές σειρήνες, εκρήξεις ή αεροπορικούς βομβαρδισμούς. Μπορεί να εκδηλωθεί αθόρυβα, μέσα από μια κυβερνοεπίθεση, μια παράλυση κρίσιμων υποδομών ή μια μαζική επιχείρηση παραπληροφόρησης, δηλαδή από την οθόνη ενός υπολογιστή. Ο πόλεμος του αύριο δεν θα κριθεί μόνο από το ποιος διαθέτει περισσότερα όπλα. Θα κριθεί από το ποιος θα ελέγχει την πληροφορία, τα δεδομένα και την τεχνητή νοημοσύνη. Και αυτή είναι ήδη η μάχη που διεξάγεται σήμερα.



