Συμβαίνει τώρα

Τραμπ – Ερντογάν: F-35, ΝΑΤΟ και η νέα γεωπολιτική εξίσωση που αφορά άμεσα την Ελλάδα

Του Χρήστου Καπούτση

Έντονο διπλωματικό παρασκήνιο αναπτύσσεται στην Άγκυρα, καθώς ο ιδιαίτερα δραστήριος πρέσβης των Ηνωμένων Πολιτειών στην Τουρκία, Τομ Μπάρακ, εργάζεται πυρετωδώς για την προετοιμασία της συνάντησης του Προέδρου των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, με τον Πρόεδρο της Τουρκίας, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, στο περιθώριο της επικείμενης Συνόδου Κορυφής του ΝΑΤΟ. Ο Τ. Μπάρακ  δεν είναι  διπλωμάτης καριέρας. Είναι επιχειρηματίας, εκτιμητής ακινήτων, στενός φίλος και επί δεκαετίες συνεργάτης του Ντόναλντ Τραμπ, θεωρείται ένας από τους βασικούς διαμορφωτές της αμερικανικής πολιτικής στη Μέση Ανατολή. Ως Λιβανοαμερικανός, διαθέτει βαθιά γνώση της περιοχής και διατηρεί ισχυρές σχέσεις με τις μοναρχίες του Κόλπου, όπως Σαουδική Αραβία, Καταρ, ΗΑΕ, γεγονός που του προσδίδει ιδιαίτερο ειδικό βάρος στις περιφερειακές εξελίξεις. Η επικείμενη συνάντηση Τραμπ–Ερντογάν αναμένεται να ξεπεράσει κατά πολύ το πλαίσιο μιας διμερούς συνάντησης. Στην ατζέντα εκτιμάται ότι θα βρεθούν η πιθανή επανένταξη της Τουρκίας στο πρόγραμμα των μαχητικών F-35 Στελθ, ο εκσυγχρονισμός της τουρκικής πολεμικής αεροπορίας, η αμερικανοτουρκική συνεργασία στη Συρία, στη Μαύρη Θάλασσα και στον Καύκασο, καθώς και η νέα αρχιτεκτονική ασφαλείας της νοτιοανατολικής πτέρυγας του ΝΑΤΟ.

Τα F-35 είναι η κορυφή του παγόβουνου

Το ζήτημα των F-35 δεν αφορά μόνο την προμήθεια ενός προηγμένου οπλικού συστήματος. Αποτελεί μια δοκιμασία ισχύος μέσα στο ίδιο το αμερικανικό πολιτικό και θεσμικό σύστημα. Από τη μία πλευρά, ο Πρόεδρος Τραμπ επιδιώκει μια συνολική επαναπροσέγγιση με την Άγκυρα, θεωρώντας ότι η Τουρκία αποτελεί αναντικατάστατο στρατηγικό εταίρο στην ανάσχεση της ρωσικής και της ιρανικής επιρροής, αλλά και στην ευρύτερη αναδιάταξη της αμερικανικής πολιτικής στη Μέση Ανατολή. Από την άλλη πλευρά, το αμερικανικό θεσμικό οικοδόμημα, Κογκρέσο, Στέιτ Ντιπάρτμεντ και κυρίως Πεντάγωνο,  υπενθυμίζει ότι η αποβολή της Τουρκίας από το πρόγραμμα των F-35 δεν ήταν πολιτική επιλογή, αλλά συνέπεια της εφαρμογής της νομοθεσίας CAATSA, μετά την αγορά και ενεργοποίηση των ρωσικών πυραυλικών συστημάτων S-400. Επομένως, η επιστροφή της Τουρκίας δεν εξαρτάται αποκλειστικά από τη βούληση του Αμερικανού Προέδρου. Απαιτεί πολιτικές αποφάσεις, θεσμικές εγκρίσεις και, κυρίως, επίλυση του ζητήματος των S-400.

Το πραγματικό διακύβευμα

Το ουσιαστικό ερώτημα δεν είναι αν η Τουρκία θα αποκτήσει τελικά τα F-35. Το πραγματικό διακύβευμα είναι αν οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι διατεθειμένες να αναλάβουν το στρατηγικό ρίσκο να διαθέσουν την πλέον προηγμένη αεροπορική τεχνολογία τους σε μια χώρα, με τις ιδιαιτερότητες της Τουρκίας,  που εξακολουθεί να διατηρεί στενή αμυντική και ενεργειακή συνεργασία με τη Ρωσία. Η ανησυχία δεν αφορά μόνο το ενδεχόμενο διαρροής κρίσιμης τεχνογνωσίας. Αφορά και το πολιτικό μήνυμα που θα εκπέμψει μια τέτοια απόφαση προς όλους τους συμμάχους των Ηνωμένων Πολιτειών.

Ο παράγοντας Ισραήλ

Στην εξίσωση προστίθεται και ένας ακόμη ιδιαίτερα σημαντικός παράγοντας: το Ισραήλ. Η κυβέρνηση του Ισραήλ αντιμετωπίζει με έντονο σκεπτικισμό κάθε ενδεχόμενο πώλησης F-35 στην Τουρκία, θεωρώντας ότι θα επηρέαζε το ποιοτικό στρατιωτικό της πλεονέκτημα στη Μέση Ανατολή και στην Ανατολική Μεσόγειο. Το Ισραήλ,  αναμένεται να αξιοποιήσει το ισχυρό πολιτικό και θεσμικό του αποτύπωμα στην Ουάσιγκτον, προκειμένου να αποτρέψει οποιαδήποτε απόφαση που θα ανέτρεπε τις υφιστάμενες στρατηγικές ισορροπίες. Έτσι, ο δρόμος της Τουρκίας προς τα F-35 δεν περνά μόνο από τον Λευκό Οίκο. Περνά από το Κογκρέσο, από τη νομοθεσία που συνδέει την άρση των κυρώσεων με το ζήτημα των S-400 και από τις αντιρρήσεις σημαντικών περιφερειακών συμμάχων των Ηνωμένων Πολιτειών, όπως το Ισραήλ.

Η Ελλάδα δεν μπορεί να είναι απλός παρατηρητής

 Για την Ελλάδα, οι εξελίξεις αυτές έχουν ιδιαίτερη σημασία. Κάθε ενδεχόμενη αναβάθμιση του γεωπολιτικού και στρατιωτικού ρόλου της Τουρκίας επηρεάζει άμεσα τις ισορροπίες στο Αιγαίο, στην Ανατολική Μεσόγειο και στην Κύπρο. Η Αθήνα οφείλει να παρακολουθεί στενά τις διεργασίες στην Ουάσιγκτον και να ενισχύσει την παρουσία της στα κέντρα λήψης αποφάσεων, προκειμένου να διασφαλίσει ότι η στρατηγική σχέση Ελλάδας–Ηνωμένων Πολιτειών δεν θα υποβαθμιστεί στο πλαίσιο μιας αμερικανοτουρκικής επαναπροσέγγισης. Αυτό προϋποθέτει ρεαλιστική αποτίμηση των διεθνών συσχετισμών, ενεργητική διπλωματία και μακρόπνοη στρατηγική. Η γεωπολιτική δεν λειτουργεί με συναισθηματισμούς ούτε με βεβαιότητες,  λειτουργεί με συμφέροντα, τα οποία μεταβάλλονται ανάλογα με τις διεθνείς εξελίξεις.

Το ερώτημα που ζητά απάντηση

Η Ουάσιγκτον καλείται να απαντήσει σε ένα κρίσιμο ερώτημα: ποιος είναι ο πραγματικός στόχος του επανεξοπλισμού της Τουρκίας;  Είναι η ενίσχυση της συλλογικής αποτρεπτικής ισχύος του ΝΑΤΟ ή η ανάδειξη της Άγκυρας σε κυρίαρχη περιφερειακή στρατιωτική δύναμη; Η ιστορική εμπειρία δεν επιτρέπει εφησυχασμό. Η Τουρκία διατηρεί στρατεύματα κατοχής στην Κυπριακή Δημοκρατία επί περισσότερο από μισό αιώνα, πραγματοποιεί στρατιωτικές επιχειρήσεις στη Συρία και στο Ιράκ, επικαλούμενη την αντιμετώπιση κουρδικών οργανώσεων, ενώ οι σχέσεις της με το Ισραήλ παραμένουν ιδιαίτερα τεταμένες. Παράλληλα, εξακολουθεί να προβάλλει αναθεωρητικές διεκδικήσεις στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο, αμφισβητώντας κυριαρχικά δικαιώματα της Ελλάδας και της Κύπρου. Γι’ αυτό, η υπόθεση των F-35 δεν αποτελεί μια απλή εξοπλιστική συμφωνία. Είναι μια απόφαση με βαθιές γεωπολιτικές προεκτάσεις, που θα επηρεάσει τη στρατηγική ισορροπία στην Ανατολική Μεσόγειο για τις επόμενες δεκαετίες. Και η Ελλάδα δεν έχει την πολυτέλεια ούτε να αιφνιδιαστεί ούτε να περιοριστεί στον ρόλο του θεατή.

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

ΟΛΕΣ ΟΙ ΕΙΔΗΣΕΙΣ