Του Χρήστου Καπούτση
Η Σύνοδος Κορυφής του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα δεν αποτέλεσε απλώς μία ακόμη ετήσια συνάντηση των ηγετών της Συμμαχίας. Κατέγραψε τη μετάβαση του ΝΑΤΟ σε μια νέα στρατηγική εποχή: υψηλότερες αμυντικές δαπάνες, διαρκή ανταγωνισμό με τη Ρωσία, αυξανόμενη αστάθεια στη Μέση Ανατολή, αναβάθμιση του γεωπολιτικού ρόλου της Τουρκίας και ταυτόχρονα μιας πρωτοφανούς στρατιωτικής και βιομηχανικής κινητοποίησης.
Η πρώτη ημέρα της Συνόδου Κορυφής του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα είχε έναν ξεκάθαρο πρωταγωνιστή: τη συνάντηση του Ντόναλντ Τραμπ με τον Ταγίπ Ερντογάν. Ο Αμερικανός πρόεδρος έστειλε πολλαπλά πολιτικά μηνύματα. Χαρακτήρισε τον Ερντογάν «μεγάλο φίλο», ανακοίνωσε την πρόθεσή του να άρει τις κυρώσεις CAATSA και άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο να εξεταστεί στο μέλλον η υπόθεση των F-35. Δεν έλαβε, όμως, καμία οριστική και δεσμευτική απόφαση, για την πώληση στη Τουρκία Μαχητικών αεροσκαφών F-35. Και δεν θα μπορούσε. Υπάρχουν οι θεσμικές αρμοδιότητες του Κογκρέσου, οι επιφυλάξεις του Πενταγώνου για τους ρωσικούς S-400 και οι ευρύτερες ισορροπίες ασφαλείας στην περιοχή. Και κυρίως το ΙΣΡΑΉΛ που εκφράζει ανοιχτά τη διαφωνία του για την στρατιωτική ενίσχυση της Τουρκίας. Ο Β. ΝΕΤΑΝΙΑΧΟΥ, σε συνέντευξή του στο Fox News, κάλεσε δημόσια τον Πρόεδρο Τραμπ να μην εγκρίνει την πώληση F-35 στην Τουρκία, λέγοντας μεταξύ άλλων: «Ο Ερντογάν κατέχει τη μισή Κύπρο, απειλεί την Ελλάδα και μιλά ανοιχτά για την κατάκτηση της Ιερουσαλήμ».
Το πρώτο και βασικά συμπέρασμα της ΣΥΝΟΔΟΥ της ΑΓΚΥΡΑΣ, είναι ότι το ΝΑΤΟ μετατρέπεται πλέον σε έναν οργανισμό υψηλής επιχειρησιακής ετοιμότητας. Η αύξηση των αμυντικών δαπανών, η ενίσχυση της αμυντικής βιομηχανίας και τα κοινά εξοπλιστικά προγράμματα δεκάδων δισεκατομμυρίων δολαρίων δεν αποτελούν απλές οικονομικές αποφάσεις. Αποτελούν προετοιμασία για μια περίοδο παρατεταμένης γεωπολιτικής αντιπαράθεσης.
Ο πυρήνας των αποφάσεων της Συνόδου ΤΟΥ ΝΑΤΟ είναι τριπλός.
Πρώτον, η υλοποίηση της δέσμευσης για αμυντικές δαπάνες που φθάνουν το 5% του ΑΕΠ. Δεν πρόκειται για έναν λογιστικό στόχο, αλλά για μια πολιτική επιλογή που μεταφράζεται σε νέες στρατιωτικές δυνατότητες, μεγαλύτερη επιχειρησιακή ετοιμότητα και μαζικές επενδύσεις στην αμυντική βιομηχανία. Ο Πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης επανέλαβε τη δέσμευση της Ελλάδας στο ΝΑΤΟ για αύξηση των αμυντικών δαπανών, αναφέρθηκε στο εξοπλιστικό πρόγραμμα των 25 δισ. ευρώ , ανεβάζοντας το διαθέσιμο ποσό στο 3,7% του ΑΕΠ, που όμως απέχει από τον στόχο του 5%.
Δεύτερον, το νέο στρατηγικό μοντέλο «ΝΑΤΟ 3.0». Οι Ηνωμένες Πολιτείες διατηρούν τον πρωταγωνιστικό ρόλο στην πυρηνική αποτροπή, ενώ οι Ευρωπαίοι σύμμαχοι αναλαμβάνουν μεγαλύτερο μερίδιο ευθύνης στη συμβατική άμυνα και στην παραγωγή οπλικών συστημάτων. Πρόκειται για μια νέα κατανομή βαρών στο εσωτερικό της Συμμαχίας. Οι Ευρωπαίοι θα πληρώσουν όσα αναλογούν για την Ασφάλεια της Ευρώπης. Μεγαλύτερες και ακριβότερες παραγγελίες οπλικών συστημάτων με τη δέσμευση το 60% των ευρωπαϊκών κονδυλίων να κατευθύνεται στις Αμερικανικές Πολεμικές Βιομηχανίες. Με απλά λόγια, οι Ευρωπαίοι αποδέχθηκαν ότι η αμερικανική πυρηνική ομπρέλα και η στρατιωτική προστασία έχουν πλέον συγκεκριμένο οικονομικό τίμημα. Είναι ως να υπέγραψαν ένα ακριβό ασφαλιστήριο συμβόλαιο ασφαλείας με την Ουάσιγκτον.
Και τρίτον, η διατήρηση της στρατηγικής γραμμής έναντι της Ρωσίας. Στήριξη, στρατιωτική και οικονομική ενίσχυση της Ουκρανίας. Η Μόσχα εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται η κύρια μακροπρόθεσμη απειλή, αλλά όχι και άμεση απειλή για το ΝΑΤΟ. Ο ΤΡΑΜΠ θα επιθυμούσε μια πιο σταθερή προσέγγιση με τον ΠΟΥΤΙΝ.
Για την Ελλάδα, όμως, το πραγματικό διακύβευμα δεν είναι τα F-35. Είναι μήπως αυτή η πολιτική επαναπροσέγγιση ΗΠΑ- Τουρκίας οδηγήσει σε θεσμική αναβάθμιση του ρόλου της Τουρκίας μέσα στις δομές διοίκησης του ΝΑΤΟ. Άλλο είναι να λειτουργεί το Ιντσιρλίκ (ΑΔΑΝΑ) ως σημαντική συμμαχική βάση και άλλο να ενισχυθούν νατοϊκές διοικήσεις στην Τουρκία με επιχειρησιακές αρμοδιότητες που επηρεάζουν το Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο. Εκεί βρίσκεται η μεγάλη πρόκληση για την ελληνική κυβέρνηση και την στρατιωτική διπλωματία. Από το 1974 μέχρι σήμερα, όλες οι ελληνικές κυβερνήσεις επιδίωξαν να αποτρέψουν εξελίξεις που θα μπορούσαν να ενισχύσουν θεσμικά την τουρκική επιρροή μέσα στη Συμμαχία. Αν αυτή η ισορροπία μεταβληθεί, τότε δεν θα μιλάμε απλώς για μια ακόμη Σύνοδο του ΝΑΤΟ. Θα μιλάμε για μια νέα γεωπολιτική πραγματικότητα στη νοτιοανατολική πτέρυγα της Συμμαχίας, με άμεσες συνέπειες για την Ελλάδα, το Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο (Κύπρος).
Για την Ελλάδα, η Σύνοδος έχει και μία ακόμη διάσταση. Η φιλοξενία της στην Άγκυρα των ηγετών του ΝΑΤΟ, ενίσχυσε τη διεθνή εικόνα της Τουρκίας ως κρίσιμου συμμάχου στη νοτιοανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ. Αυτό, όμως, δεν αναιρεί μια θεμελιώδη πραγματικότητα: η στρατηγική αξία της Ελλάδας, με τη Σούδα, την Αλεξανδρούπολη, το Αιγαίο, τις ενεργειακές υποδομές και την Ανατολική Μεσόγειο, παραμένει απολύτως αναντικατάστατη για τη Συμμαχία. Η Σύνοδος Κορυφής του ΝΑΤΟ είχε έναν μεγάλο κερδισμένο: την Τουρκία. Η στρατηγική αναβάθμιση της Τουρκίας δεν συνεπάγεται αυτόματα γεωπολιτική υποβάθμιση της Ελλάδας. Το πραγματικό ζητούμενο για την Ελλάδα, είναι να διασφαλίσει ότι η νέα αρχιτεκτονική ασφαλείας δεν θα παράγει επιχειρησιακά ή πολιτικά τετελεσμένα που θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν από την Άγκυρα. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, ο Έλληνας πρωθυπουργός επανέφερε το τουρκικό casus belli. Όχι για να οξύνει το κλίμα, αλλά για να υπενθυμίσει στους συμμάχους ότι μία χώρα-μέλος του ΝΑΤΟ εξακολουθεί να απειλεί με πόλεμο μία άλλη χώρα-μέλος, εάν ασκήσει νόμιμο κυριαρχικό της δικαίωμα. Παράλληλα όμως, ο πρόεδρος της Τουρκίας υιοθέτησε επιθετική ρητορική απέναντι στην Ελλάδα και στο Ισραήλ, επιδιώκοντας να ενισχύσει τον ρόλο της χώρας του ως αυτόνομης περιφερειακής δύναμης.
Υπάρχει μία παράμετρος που αρχίζει να διαφαίνεται από τη Σύνοδο της Άγκυρας και δεν έχει ακόμη αναδειχθεί επαρκώς. Πρόκειται για την ανάδυση ενός «ΝΑΤΟ δύο ταχυτήτων». Η πρώτη ταχύτητα αποτελείται από τις χώρες που ο Τραμπ θεωρεί ότι παράγουν πραγματική στρατιωτική ισχύ: ΗΠΑ, Τουρκία, Πολωνία, Ηνωμένο Βασίλειο και, σε ορισμένους τομείς, η Γερμανία λόγω της μεγάλης αύξησης των αμυντικών δαπανών. Η δεύτερη ταχύτητα περιλαμβάνει κράτη που, κατά την αντίληψή του, δεν επενδύουν επαρκώς στην άμυνα και εξακολουθούν να βασίζονται υπέρμετρα στην αμερικανική αποτρεπτική ισχύ. Όμως αυτή η προσέγγιση αλλάζει τη φιλοσοφία της Συμμαχίας. Από το δόγμα της ισότιμης συλλογικής ασφάλειας περνά σε μια λογική ιεράρχησης συμμάχων, όπου η επιρροή δεν απορρέει μόνο από τις συνθήκες αλλά και από τη στρατηγική χρησιμότητα κάθε κράτους. Επισημαίνουμε τι λέει συνοπτικά το άρθρο 5 του ΝΑΤΟ: «Ένοπλη επίθεση εναντίον ενός ή περισσότερων κρατών-μελών του ΝΑΤΟ θεωρείται επίθεση εναντίον όλων. Κάθε σύμμαχος υποχρεούται να συνδράμει το κράτος που δέχεται την επίθεση, λαμβάνοντας τα μέτρα που ο ίδιος θεωρεί αναγκαία, συμπεριλαμβανομένης της χρήσης ένοπλης βίας, με σκοπό την αποκατάσταση και διατήρηση της ασφάλειας της περιοχής του Βόρειου Ατλαντικού.» Ωστόσο να διευκρινίσουμε ότι το Άρθρο 5 του ΝΑΤΟ δεν είναι ένας «αυτόματος πιλότος» συλλογικής άμυνας. Δεν ενεργοποιείται μηχανικά με την πρώτη επίθεση. Προϋποθέτει πολιτική απόφαση, διαβούλευση και συναίνεση των συμμάχων, ενώ καθοριστικό ρόλο έχει και η στάση του κράτους που δέχεται την επίθεση. Καταρρέει, λοιπόν, ένας ακόμη μύθος, περι συλλογικής άμυνας και προστασίας. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ: Οι συμμαχίες δεν υποκαθιστούν την εθνική αποτρεπτική ισχύ, την ενισχύουν και την πολλαπλασιάζουν. Καμία διεθνής συνθήκη δεν μπορεί να υποκαταστήσει την αξιοπιστία της εθνικής άμυνας και της στρατηγικής προετοιμασίας. Αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο διαχρονικό δίδαγμα για την Ελλάδα μέσα στο νέο γεωπολιτικό περιβάλλον που διαμορφώνεται.
Θα είναι παράλειψη αν δεν αναφέρουμε ότι οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή επισκίασαν τις εργασίες της Συνόδου του ΝΑΤΟ. Η νέα όξυνση στις σχέσεις Ουάσιγκτον–Τεχεράνης υπενθυμίζει ότι η Συμμαχία καλείται πλέον να διαχειριστεί ταυτόχρονα δύο μεγάλα στρατηγικά μέτωπα: τη ρωσική απειλή στην Ευρώπη και την αυξανόμενη αστάθεια από την Ανατολική Μεσόγειο έως τον Περσικό Κόλπο. Ο Πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών, Ντόναλντ Τραμπ, δήλωσε ότι η εκεχειρία με το Ιράν έχει ουσιαστικά καταρρεύσει και επανέλαβε την πάγια αμερικανική θέση ότι το Ιράν δεν πρέπει, σε καμία περίπτωση, να αποκτήσει πυρηνικό οπλοστάσιο. Οι δηλώσεις του Αμερικανού Προέδρου, επιβεβαιώνουν ότι, παρά την εστίαση του ΝΑΤΟ στην Ουκρανία και την αποτροπή έναντι της Ρωσίας, η Μέση Ανατολή επιστρέφει δυναμικά στο επίκεντρο της δυτικής στρατηγικής. Και αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία για την Ελλάδα, καθώς η Ανατολική Μεσόγειος εξελίσσεται σε κρίσιμο γεωστρατηγικό χώρο για τη διαχείριση των περιφερειακών κρίσεων και την προβολή της νατοϊκής ισχύος
Καταλήγοντας, η Άγκυρα αξιοποίησε τη συγκυρία και αναβάθμισε τη διαπραγματευτική της αξία έναντι της Δύσης. Η Ελλάδα δεν έχει λόγο να δραματοποιεί τις εξελίξεις, αλλά ούτε και να τις υποτιμά. Σε μια εποχή όπου οι διεθνείς συσχετισμοί μεταβάλλονται με πρωτοφανή ταχύτητα, η ισχύς μιας χώρας δεν μετριέται μόνο από τα εξοπλιστικά της προγράμματα. Μετριέται από την ικανότητά της να προβλέπει τις γεωπολιτικές μεταβολές, να επηρεάζει τις συμμαχικές αποφάσεις και να υπερασπίζεται με συνέπεια τα εθνικά της συμφέροντα. Εκεί θα κριθεί και η επιτυχία ή αποτυχία της ελληνικής στρατηγικής τα επόμενα χρόνια.



