Στο κράτος, μέσω φόρων και ασφαλιστικών εισφορών, καταλήγει σχεδόν το μισό εισόδημα (και συγκεκριμένα το 44,8%) από την εργασία των μισθωτών, κατατάσσοντας τον συγκεκριμένο κλάδο εργαζομένων στους “πρωταθλητές” της Ε.Ε, σύμφωνα με νέα έκθεση που δημοσιοποίησε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή.
Στο ιδιαίτερα αυξημένο αυτό ποσοστό επιβάρυνσης , που αφορά περίπου 5 εκατομμύρια μισθωτούς του ιδιωτικού και δημοσίου, περιλαμβάνονται οι φόροι εισοδήματος, οι ασφαλιστικές εισφορές που καταβάλλουν οι μισθωτοί και οι εργοδότες τους, καθώς και άλλες επιβαρύνσεις που συνοδεύουν τις θέσεις εργασίας τους. Με ένα λόγο από τα 100 ευρώ που κοστίζει συνολικά ένας μισθωτός στον ιδιωτικό η δημόσιο τομέα, σχεδόν τα 45 ευρώ καταλήγουν, ως εισπράξεις στα δημόσια ταμεία.
Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό, σύμφωνα με την έκθεση της Κομισιόν, πως η χώρα μας δεν βρίσκεται απλώς στην πρώτη θέση του δείκτη κατάταξης μεταξύ των κρατών-μελών της Ε.Ε ,αλλά η διαφορά που τη χωρίζει από τις υπόλοιπες χώρες βαίνει αυξανόμενη την τελευταία 10ετία. Την Ελλάδα στον δείκτη κατάταξης ακολουθούν η Ιταλία με 43,9% και το Βέλγιο με 40,7%, ενώ στην άλλη άκρη η Μάλτα εμφανίζει τη χαμηλότερη επιβάρυνση, με 24,4%.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επισημαίνει πως μέρος της ανόδου των εισπραττόμενων πόρων από την εργασία των μισθωτών την τελευταία 10ετία οφείλεται στην ένταξη περισσότερων μισθωτών στην αγορά εργασίας με αποτέλεσμα να καταβάλλονται περισσότεροι φόροι και ασφαλιστικές εισφορές,γεγονός που εξηγεί και την αύξηση των φορολογικών εσόδων στη χώρα μας. Από την άλλη όμως η συνεισφορά υψηλών φόρων και εισφορών από μέρους των μισθωτών έχει ως αποτέλεσμα να μειώνεται σημαντικά το διαθέσιμο εισόδημά τους.
Στην έκθεσή της η Ευρωπαϊκή Επιτροπή καταγράφει επίσης σημαντική αύξηση του μεριδίου του ΦΠΑ στο φορολογικό μείγμα την τελευταία δεκαετία (+3,1 ποσοστιαίες μονάδες), καθώς και σε έσοδα από περιβαλλοντικούς φόρους ως ποσοστό του ΑΕΠ (3,8%).
Έμφαση,η έκθεση, δίνει και στις φοροαπαλλαγές που ισχύουν στην Ελλάδα για φυσικά πρόσωπα και επιχειρήσεις σημειώνοντας πως ο αριθμός τους είναι ιδιαίτερα μεγάλος (1.236 περιπτώσεις) με δημοσιονομικό κόστος περίπου 19 δισ.ευρώ, γεγονός που επηρεάζει αρνητικά την αποτελεσματικότητα των δημοσίων εσόδων.
Τέλος η Κομισιόν κάνει ιδιαίτερη αναφορά σε αποτελεσματικές φορολογικές μεταρρυθμίσεις που θεσπίστηκαν την περίοδο 2020-2025 όπως ο ψηφιακός μετασχηματισμός της ΑΑΔΕ, η επέκταση του “MyData”, η ηλεκτρονική τιμολόγηση ,οι προσυμπληρωμένες δηλώσεις φόρου εισοδήματος, το ψηφιακό Τέλος Συναλλαγής κλπ, οι οποίες ενισχύουν την φορολογική συμμόρφωση των πολιτών και περιορίζουν τη φοροδιαφυγή.
Θάνος Πασχάλης



