Συμβαίνει τώρα

Γλίτσα

«Λιπαρή και γλοιώδης λάσπη από σκόνη ή καπνιά, που προσκολλάται ή σφηνώνεται ανάμεσα σε επιφάνειες, και γενικότερα η βρόμα, η ακαθαρσία, η λίγδα».

Έτσι ορίζει το Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας τη λέξη «γλίτσα» που παράγει τα επίθετα «γλιτσερός» και «γλιτσιάρικος», καθώς και το ρήμα «γλιτσιάζω», δηλαδή «βρομίζω, λερώνω», αλλά και «καλύπτομαι με γλίτσα, ρυπαίνομαι». Αυτή η αηδιαστική λέξη, η γλίτσα, είναι αβέβαιου ετύμου, λέει το Λεξικό, αναφέροντας ως πιθανή πηγή της είτε τον βουλγαρικό όρο «glinza», είτε το αρχαιοελληνικό «γλίνη», γλίνα στην καθομιλουμένη.

Έχω την αίσθηση πως ο όρος «γλίτσα» είναι μια μονολεκτική, πλην ουσιώδης μεταφορική περιγραφή για τις παθογένειες της δημόσιας σφαίρας, αλλά και για τη συλλογική ανοχή στη σήψη: οι πολίτες δημοσίως και δημοσκοπικώς κατακεραυνώνουν τους σεσηπότες, εξωνημένους, επίορκους αξιωματούχους, αλλά βαθιά μέσα τους τούς ζηλεύουν, τούς θαυμάζουν, που έγιναν κάτι που οι ίδιοι δεν αξιώθηκαν να καταντήσουν.

Γλίτσα, λοιπόν, παντού, που ίσως ετυμολογείται από τη γλίνα, που είναι το λίπος του κρέατος, που με τον βρασμό αποβάλλεται ως λιπαρή γλοιώδης ουσία – συνώνυμα: βρομιά, λίγδα. Αυτή η γλίνα είναι ομόρριζη με το λατινικό «glus», δηλαδή «κόλλα» («glue» στα αγγλικά), αλλά και με το «γλοιώδης» και το «γλίσχρος». Ο οποίος γλίσχρος, σημαίνει μεν τον ανεπαρκή, τον πενιχρό, όταν μιλάμε για χρηματικά ποσά, αλλά και τον λιτό, αυτόν που δεν είναι πολυτελής. Η λέξη, λέει το Λεξικό, από την αρχαία έννοια του κολλώδους, έλαβε αργότερα τη σημασία εκείνου που προσκολλάται επίμονα σε κάποιον ζητώντας χρήματα…

Κι έτσι φτάνουμε από τη γλίτσα, τη μεταφορική βρομιά της καθετοποιημένης κοινωνικής διαφθοράς, στους γλίσχρους μισθούς, αλλά και στους γλίσχρους ανθρώπους που προσκολλώνται στους έχοντες και κατέχοντες για να βολευτούνε κάπως. Ό,τι μπορεί ο καθένας.

Παύλος Μεθενίτης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

ΟΛΕΣ ΟΙ ΕΙΔΗΣΕΙΣ