Το αγγούρι είναι ένας επιμήκης καρπός, ο οποίος προέρχεται από το έρπον και αναρριχώμενο φυτό της αγγουριάς, του φυτού με το επιστημονικό όνομα Cucumis sativus. Ο Σικυός ο Ήμερος λοιπόν ανήκει στη οικογένεια των κολοκυνθοειδών, όπως το πεπόνι, το καρπούζι και το κολοκύθι.
Αυτό το δροσερό φρούτο, που εσφαλμένα θεωρείται λαχανικό, προέρχεται από την Ινδία – οι αρχαίοι Έλληνες και οι Ρωμαίοι το ήξεραν, και το εκτιμούσαν όχι μόνο για τη γεύση του, αλλά και για τις φαρμακευτικές του ιδιότητες: το αγγούρι είναι άριστο διουρητικό, ηρεμιστικό και στυπτικό.
Χρησιμοποιείται για την τόνωση της επιδερμίδας και της τριχοφυίας, προλαμβάνει τις ρυτίδες, ενώ περιέχει βιταμίες C, B1, B2 και Α στη φλούδα του.
Ετυμολογικά, αυτό το πολύτιμο και θαυμαστό αγγούρι κατάγεται από το μεσαιωνικό «αγγούριον», υποκοριστικό του «άγγουρος», με προέλευση το επίθετο «άγουρος», δηλαδή «αγίνωτος, ανώριμος», από το αρχαίο «άωρος», (α στερητικό και ώρα). Κι όλα αυτά επειδή, όπως λέει το Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, η σάρκα του αγγουριού τρώγεται άγουρη, με πρασινωπό χρώμα.
Το αγγούρι κατέχει εξέχουσα θέση στην ελληνική γλώσσα. Αγγούρι, μεταφορικά, είναι καθετί χαρακτηριστικά δύσκολο, κρίσιμο, ή απροσπέλαστο, όπως ας πούμε τα στρυφνά θέματα των εξετάσεων, που είναι «αγγούρια». Σχετικά, όταν λέμε «τα βρίσκω αγγούρια», εννοούμε πως συναντώ δυσκολίες. «Αγγούρι», επίσης, χαρακτηρίζουμε αυτόν που στερείται πνευματικής και κοινωνικής ευελιξίας: ο άχαρος άνθρωπος περπατάει «σαν αγγούρι». Και τέλος «αγγούρι» ονομάζεται στην αργκό το ανδρικό γεννητικό όργανο.
Αυτή η σημασία της λέξης έχει δώσει κάποιες παραστατικές εκφράσεις της καθομιλουμένης που περιγράφουν τις μεγάλες δυσκολίες. Στην έκφραση «κάποιοι το τρώνε και δροσίζονται, ενώ κάποιοι το τρώνε και ζορίζονται» αποτυπώνονται εναργώς, τόσο η κυριολεκτική όσο και η μεταφορική έννοια της λέξης «αγγούρι».
Παύλος Μεθενίτης



