Η πορεία των ελληνοτουρκικών σχέσεων, η στρατηγική της Άγκυρας και οι σχέσεις με τις μεγάλες δυνάμεις, τέθηκαν- μεταξύ άλλων – επί τάπητος, στη συνέντευξη του επίκουρου καθηγητής Οθωμανικής και Τουρκικής Ιστορίας στο τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου, Αντώνης Χατζηκυριάκου.
Μιλώντας στον Δημήτρη Τζιβελέκη και στην εκπομπή «Ο επισκέπτης της έβδομης μέρας» του Αθήνα 9,84, εστίασε επίσης στην αμυντική βιομηχανία της Τουρκίας, στη σχέση του Ερντογάν με τις ΗΠΑ, την Ευρωπαϊκή Ένωση, την Κίνα και το Ισραήλ, στην παρουσία της Άγκυρας σε Μέση Ανατολή και Αφρική αλλά και στις επιλογές που έχει μπροστά της η Ελλάδα.
Αναφερόμενος στις ελληνοτουρκικές σχέσεις , εκτίμησε ότι βρίσκονται σε μια περίοδο συγκυριακής ύφεσης των εντάσεων και όχι σε μια μόνιμη αποκλιμάκωση, επισημαίνοντας την ανάγκη για ρεαλιστική αποτίμηση των γεωπολιτικών δεδομένων.
Όπως σχολίασε, η Ελλάδα οφείλει να αξιολογήσει τον βαθμό ισχύος που έχει αποκτήσει η Τουρκία στο διεθνές περιβάλλον και να εξετάσει κατά πόσο μπορεί να ανταγωνιστεί την Άγκυρα επί ίσοις όροις σε διπλωματικό και στρατιωτικό επίπεδο. Σε διαφορετική περίπτωση, υπογράμμισε, απαιτείται ακόμη μεγαλύτερη επένδυση στη διπλωματία και στο διεθνές δίκαιο.
«Η Τουρκία θέλει να γίνει πόλος ισχύος»
«Η προσπάθεια της Τουρκίας να ισορροπεί ανάμεσα σε διαφορετικές παγκόσμιες δυνάμεις δεν έρχεται σε αντίθεση με την επιδίωξή της να αποκτήσει μεγαλύτερη στρατηγική αυτονομία. Αντίθετα, αποτελεί το βασικό της εργαλείο για την επίτευξη αυτού του στόχου. Η Άγκυρα, δεν ακολουθεί μια απολύτως σταθερή και δογματική εξωτερική πολιτική, βασισμένη αποκλειστικά στη θρησκεία, στον εθνικισμό ή σε μία συγκεκριμένη πολιτική ιδεολογία. Προσαρμόζει τη στάση της στις ανάγκες κάθε περιόδου διεκδικώντας διαφορετικά οφέλη από κάθε διεθνή συνομιλητή. Ισορροπεί ανάμεσα στους μεγάλους παίκτες ακριβώς για να ενισχύει τη θέση της, να διευρύνει την επιρροή της και να αντλεί πολιτικό και οικονομικό όφελος».
Η αναβάθμιση στο ΝΑΤΟ
«Σχετικά με τη Σύνοδο του ΝΑΤΟ , παρατηρείται εντυπωσιακή αναβάθμιση του ρόλου της Άγκυρας. Σε συμβολικό επίπεδο, δόθηκε στον Ερντογάν η δυνατότητα να προβάλει ενώπιον ολόκληρου του νατοϊκού κόσμου τις ιστορικές, πολιτισμικές και ταυτοτικές διεκδικήσεις της χώρας του. Ουσιαστικά, η Τουρκία διαθέτει τον δεύτερο μεγαλύτερο στρατό της Συμμαχίας, με ένα ακόμη σημαντικό πλεονέκτημα. Πρόκειται για έναν στρατό με πολυετή εμπειρία πραγματικών επιχειρήσεων, τόσο στο εσωτερικό όσο και εκτός των συνόρων. Παράλληλα, η διεθνής στροφή προς τον επανεξοπλισμό ευνοεί επίσης την Άγκυρα. Η αύξηση των στρατιωτικών δαπανών δημιουργεί μια τεράστια αγορά οπλικών συστημάτων και η Τουρκία είναι ήδη παρούσα σε αυτήν, όχι μόνο με τα μη επανδρωμένα αεροσκάφη της αλλά με ένα ευρύ φάσμα στρατιωτικού εξοπλισμού».
«Η Τουρκία χτίζει σταδιακά την αμυντική της αυτονομία»
«Η τουρκική επιμονή στην εγχώρια αμυντική βιομηχανία δεν ξεκίνησε με τον Ερντογάν. Διαμορφώθηκε μέσα από τρεις καθοριστικές εμπειρίες. Η αρχή έγινε το 1964, με την πρώτη επιστολή του Αμερικανού προέδρου Λίντον Τζόνσον με την οποία η Ουάσιγκτον προειδοποιούσε την Άγκυρα να μην προχωρήσει σε στρατιωτική επιχείρηση στην Κύπρο. Η παρέμβαση αυτή τροφοδότησε έναν έντονο αντιαμερικανισμό στην Τουρκία. Την ίδια στιγμή, όμως, αποκάλυψε και ένα ουσιαστικό στρατιωτικό έλλειμμα καθώς η Τουρκία δεν διέθετε τα αποβατικά μέσα που απαιτούνταν για μια τέτοια επιχείρηση. Μέσα στην επόμενη δεκαετία απέκτησε τα αναγκαία αποβατικά σκάφη. Το δεύτερο καμπανάκι ήρθε μετά την τουρκική εισβολή στην Κύπρο το 1974, όταν οι Ηνωμένες Πολιτείες επέβαλαν εμπάργκο όπλων. Η Άγκυρα αντιλήφθηκε ότι η εξάρτηση από τους ξένους προμηθευτές μπορούσε να περιορίσει τις στρατιωτικές και πολιτικές της επιλογές. Το τρίτο σημαντικό σημείο ήταν το αποτυχημένο πραξικόπημα του 2016. Έκτοτε, ο Ερντογάν επιτάχυνε σημαντικά τις επενδύσεις στην εγχώρια παραγωγή στρατιωτικού εξοπλισμού. Η πλήρης αυτάρκεια δεν αποτελεί άμεσα ρεαλιστικό στόχο. Παρόλα αυτά, η Τουρκία, αποκτά σταθερά μεγαλύτερο βαθμό αυτονομίας και μειώνει την εξάρτησή της».
«Πρόγραμμα SAFE»
«Η Τουρκία δεν χρειάζεται απαραίτητα να ενταχθεί απευθείας στο πρόγραμμα για να επωφεληθεί από τα ευρωπαϊκά κονδύλια. Μια ιταλική ή πολωνική επιχείρηση μπορεί να δημιουργήσει κοινοπραξία με τουρκική εταιρεία και να εξασφαλίσει χρηματοδότηση, μέρος της οποίας θα καταλήξει στην ανάπτυξη τουρκικών προϊόντων και τεχνολογιών».
«Στρατιωτικό, βιομηχανικό, οικοδομικό και τραπεζικό σύμπλεγμα»
«Η Άγκυρα δεν περιορίζεται στην εξαγωγή όπλων ή στη διεξαγωγή στρατιωτικών επιχειρήσεων. Τουρκικές εργοληπτικές εταιρείες διεκδικούν συμβόλαια για την ανοικοδόμηση περιοχών στη Συρία, στο Ιράκ και στη Λιβύη. Οι δραστηριότητες αυτές ενισχύουν το τουρκικό κεφάλαιο και δημιουργούν νέες εργασίες και για τις τράπεζες. Παρά τις επίμονες προβλέψεις περί μεγάλης οικονομικής κατάρρευσης της Τουρκίας, ο Ερντογάν έχει επανειλημμένα καταφέρει να βρίσκει νέους τρόπους στήριξης της οικονομίας. Αν υπάρχει κάτι που μπορεί να ξελασπώσει αυτή τη στιγμή την τουρκική οικονομία, είναι η αμυντική βιομηχανία».
«Τα F-35, η υποχώρηση για τους S-400 και το πόκερ του Ερντογάν»
«Η επαναπροσέγγιση με την Ουάσιγκτον και η αλλαγή του κλίματος γύρω από το πρόγραμμα αποτελούν σημαντική εξέλιξη. Η Τουρκία είχε χρησιμοποιήσει την αγορά των ρωσικών S-400 ως μοχλό πίεσης, προβάλλοντας το επιχείρημα ότι στράφηκε στη Ρωσία επειδή οι ΗΠΑ δεν της διέθεταν συστήματα Patriot. Το πολυετές αυτό παζάρι οδηγείται πλέον σε μια τουρκική υποχώρηση καθώς ο Ερντογάν φαίνεται να κρίνει ότι η απόκτηση των F-35 είναι σημαντικότερη».
«Οι αμερικανοτουρκικές σχέσεις εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από το ποιος βρίσκεται στον Λευκό Οίκο»
Επί θητείας Μπάιντεν καταγράφηκε βαθιά ρήξη και η Τουρκία έχασε την προνομιακή θέση που διέθετε στην αμερικανική στρατηγική. Με την επιστροφή Τραμπ, αυτή η σχέση άρχισε να ξαναχτίζεται. Κατά την προηγούμενη θητεία Τραμπ, ο Ερντογάν είχε αποκτήσει ρόλο περιφερειακού …χωροφύλακα, στο πλαίσιο μιας αμερικανικής πολιτικής που ανέθετε σε τοπικές δυνάμεις τη διαχείριση κρίσεων. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Αμερικανός πρόεδρος δεν έχει επικρίνει τον Ερντογάν για τα ανθρώπινα δικαιώματα, το Κουρδικό ή το Κυπριακό, γεγονός που αποτελεί ένδειξη της στρατηγικής σημασίας που αποδίδει στην Τουρκία».
«Δεν έχουν διακοπεί οι δεσμοί Τουρκίας – Ισραήλ»
«Οι τουρκικές μυστικές υπηρεσίες και η Μοσάντ εξακολουθούν να συνεργάζονται ενώ διατηρούνται ισχυρές οικονομικές σχέσεις. Πραγματοποιούνται επίσης αγορές γης από ισραηλινά κεφάλαια στην κατεχόμενη Κύπρο, στην Κυπριακή Δημοκρατία και εμμέσως, στην Ελλάδα. Η περίπτωση του Ισραήλ επιβεβαιώνει μια βασική αρχή της πολιτικής του Ερντογάν, ότι μπορεί να συγκρούεται με μεγάλη ένταση, αλλά σπανίως κλείνει όλες τις πόρτες. Όταν υπάρχει ουσιαστικό όφελος είναι έτοιμος να υποχωρήσει ακόμη και από μια προηγούμενη θέση αρχής».
« Η αντίφαση στη Μέση Ανατολή»
«Στη Μέση Ανατολή, η τουρκική πολιτική περιλαμβάνει μια βασική αντίφαση. Από τη μία, η Άγκυρα θέλει να αναπτύξει οικονομική, πολιτική και πολιτισμική επιρροή. Από την άλλη, ο Ερντογάν δίνει ιδιαίτερη έμφαση στη θρησκευτική ταυτότητα και στη στήριξη μουσουλμανικών πληθυσμών. Οι δύο στόχοι δεν συμβαδίζουν πάντοτε και ο Τούρκος πρόεδρος καλείται κάθε φορά να προσαρμόζει τη στάση του».
«Η παρουσία της Τουρκίας στην Αφρική»
«Η παρουσία της Τουρκίας στην Αφρική αποτελεί βασικό άξονα της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής. Η αφρικανική ήπειρος προσφέρει στην Άγκυρα τη δυνατότητα να αναπτύξει πολιτική και οικονομική επιρροή, να αποκτήσει πρόσβαση σε πλουτοπαραγωγικούς πόρους και να δημιουργήσει νέες αγορές για τα οπλικά της συστήματα. Ήδη από τις αρχές της προηγούμενης δεκαετίας, η Τουρκία είχε ανακηρύξει μια χρονιά ως «Έτος της Αφρικής» ενώ ο Ερντογάν πραγματοποίησε περιοδείες σε χώρες όπως το Σουδάν και η Σομαλία. Η Τουρκία έχει αποκτήσει στρατιωτική παρουσία σε κρίσιμα σημεία και Τούρκοι αξιωματικοί εκπαιδεύουν Σομαλούς στρατιωτικούς, ακόμη και στην τουρκική γλώσσα. Πρόκειται για επένδυση με μακροπρόθεσμο αποτύπωμα στις ένοπλες δυνάμεις και στις πολιτικές ελίτ αυτών των χωρών. Παράλληλα, η πώληση εξοπλισμού εξασφαλίζει έσοδα ενώ οι αφρικανικές εξορύξεις μπορούν να προσφέρουν τα μέταλλα και τις πρώτες ύλες που χρειάζεται η Τουρκία για να αναπτύξει προηγμένες τεχνολογίες».
«Ιδιαίτερα σύνθετο ζήτημα η Γαλάζια Πατρίδα»
«Πρόκειται για ένα ιδεολογικό και πολιτικό εργαλείο που η Τουρκία μπορεί να χρησιμοποιεί με μεγαλύτερη ή μικρότερη ένταση, ανάλογα με τις ανάγκες κάθε συγκυρίας».
«Το μεγάλο ερωτηματικό της εποχής μετά τον Ερντογάν»
«Η μεγαλύτερη πρόκληση που αντιμετωπίζει σήμερα η Τουρκία είναι το τι μέλλει γενέσθαι μετά το τέλος του Ερντογάν. Κυβερνά επί 23 χρόνια και έχει διαμορφώσει βαθιά την κοινωνική, οικονομική και διεθνή ταυτότητα της χώρας. Η πορεία του δεν αποτελεί το απόλυτο «success story» που προβάλλει το επίσημο αφήγημα, καθώς υπάρχουν σοβαρές ρωγμές και αποτυχίες. Ωστόσο, η Τουρκία του 2003 δεν έχει την ίδια θέση με τη σημερινή Τουρκία στο διεθνές σύστημα .Η εικόνα της χώρας σε είκοσι χρόνια θα εξαρτηθεί πρωτίστως από το ποιος θα διαδεχθεί τον Ερντογάν και από το αν θα συνεχίσει, θα ανατρέψει ή θα αποτύχει να διαχειριστεί το σύστημα εξουσίας και τη στρατηγική που εκείνος δημιούργησε».



