Ο Αμερικανός κωμικός Χένρι Γιάνγκμαν είχε πει κάποτε πως «οι Αμερικανοί γίνονται όλο και πιο δυνατοί. Είκοσι χρόνια πριν, χρειάζονταν δύο άνθρωποι για να κουβαλήσουν ψώνια αξίας είκοσι δολαρίων. Σήμερα, και ένα παιδί πέντε χρονών μπορεί να το κάνει».
Όχι και πολύ περισσότερο από είκοσι χρόνια πριν, όπως λέει κι ο Γιάνγκμαν, στην Ελλάδα της δραχμής, με ένα χιλιάρικο, δηλαδή με λιγότερα απο τρία σημερινά ευρώ, πήγαινες στο γήπεδο, αγόραζες δύο πακέτα τσιγάρα, έπινες δυο φραπέδες, κι έπαιρνες και δυο εφημερίδες, κι όλα αυτά με βασικό μισθό γύρω στα 150 χιλιάρικα. Βέβαια, θα μπορούσες να μην σπαταλήσεις τα λεφτά σου σε αθλητικές δραστηριότητες, ενημέρωση και βλαβερά προϊόντα καπνού, και να γεμίσεις το στομάχι σου με τέσσερα σουβλάκια. Με το ισόποσο σε ευρώ σήμερα δεν παίρνεις ούτε ένα πιτόγυρο: η αγοραστική μας δύναμη από τότε έχει μειωθεί πάνω από τέσσερις φορές.
Σήμερα, με τα ίδια χρήματα, όσο περνούν τα χρόνια, αγοράζουμε όλο και λιγότερα αγαθά και υπηρεσίες, ενώ παράλληλα κοπιάζουμε όλο και περισσότερο για να τα βγάλουμε. Το εισόδημα των Ελλήνων εξανεμίζεται από την ακρίβεια. Το Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας την ορίζει ως σαφήνεια, ορθότητα, τέλεια απόδοση οργάνων, συμφωνία λόγων ή πράξεων με την πραγματικότητα, και, εδώ είμαστε, ως «το υψηλό κόστος, η εις βάρος των μισθωτών αναντιστοιχία μεταξύ των ρυθμών μεταβολής των τιμών και των εισοδημάτων». Η λέξη παράγεται από το επίθετο «ακριβής», που αρχικά σήμαινε «ολιγαρκής, φειδωλός», δηλαδή αυτός που ζει σύμφωνα με τις δυνατότητές του και δεν υπερβαίνει τα όρια του. Από τη σημασία του ολιγαρκούς, η λέξη έφτασε να σημαίνει «πολύτιμος», κι εντέλει «δαπανηρός».
Τελικά, ως συνήθως, η ποίηση έχει πάντα δίκιο, άρα ο τελευταίος λόγος της ανήκει. Ο Οδυσσέας Ελύτης, στο Σηματολόγιον, είχε γράψει: «Δυστυχώς και η Γη με δικά μας έξοδα γυρίζει».
Παύλος Μεθενίτης



