Μια ρουμάνικη διαφήμιση του 1852 έλεγε τα εξής: «Πωλούνται σκλάβοι Τσιγγάνοι, 18 άντρες, 10 αγόρια, 7 γυναίκες και 3 κορίτσια σε καλή κατάσταση, σε δημοπρασία στο μοναστήρι του Αγίου Ηλία». Το πόσο αξίζει η ζωή ενός Τσιγγάνου, Αθίγγανου, Γύφτου ή Ρομά, είναι κάτι που ποικίλλει ανά κοινωνία και εποχή. Αλλά ποτέ δεν είναι ιδιαίτερα υψηλή, σίγουρα όχι όσο η ζωή ενός «κανονικού» πολίτη με μόνιμη κατοικία. Ας πούμε, η ζωή του 20χρονου Θοδωρή Ζαβραδινού Καραμπαμπά, που εκτελέστηκε τις προάλλες από αστυνομικούς στο Άργος, ήταν πάμφθηνη.
Την ιστορία των Αθίγγανων την αφηγείται η ετυμολογία της ίδιας της ονομασίας τους: «Γύφτος» (από το «Αιγύπτιος») σημαίνει καταρχήν Τσιγγάνος. Όμως, «γύφτος» είναι και ο σιδηρουργός, γιατί ήταν πολλοί οι τσιγγάνοι που ακολουθούσαν διαχρονικά αυτό το επάγγελμα. Μεταφορικά, το «γύφτος» έχει αρνητική σημασία: «μελαψός, βρομιάρης, μικροπρεπής, ακατάστατος, αγροίκος και τσιγκούνης». Αυτό το «τσιγκούνης», δηλαδή φιλάργυρος, μας έρχεται από το τουρκικό «cingane», δηλαδή τσιγγάνος.
Η προέλευση της λέξης «τσιγγάνος» είναι από το «αθίγγανος», από το ρήμα «θιγγάνω», δηλαδή «αγγίζω». Αθίγγανος είναι ο ανέγγιχτος, ο άθικτος, ο παρίας, το μέλος της κατώτερης κάστας που κανείς δεν πρέπει να αγγίζει. Οι ίδιοι οι Τσιγγάνοι, αποκαλούν στη γλώσσα τους, τα Ρομανί, τον εαυτό τους «Ρομ», δηλαδή «άνδρας, σύζυγος». Σύμφωνα με κάποιες θεωρίες, οι όροι «Ρομ» και «Ρομανί» πρόερχονται από τις λέξεις «Ρωμαίοι» και «Ρωμανία», δηλώνοντας τις στενές σχέσεις των Τσιγγάνων με τους Βυζαντινούς.
Αξέχαστος έχει μείνει ο Τόλης Βοσκόπουλος ως τσιγγάνος «Βαντάρ», στη ρομαντική ταινία του 1971, με τίτλο «Αδέλφια μου αλήτες πουλιά». Όσο αφελής και να μας φαίνεται σήμερα ο μύθος του φιλμ, είναι ενδεικτικός για την τάση πολλών να φθονούν τον πλάνητα βίο των Ρομά. Κι έτσι, πικαρισμένοι, τους περιθωριοποιούν. Όταν δεν τους πυροβολούν εν ψυχρώ δηλαδή, όπως τον Θοδωρή Ζαβραδινό Καραμπαμπά.
Παύλος Μεθενίτης



