Aκτιβίστρια για τα ανθρώπινα δικαιώματα και πρώην Ευρωπαία επίτροπος η Έμα Μπονίνο απεβίωσε σε ηλικία 78 ετών, όπως ανακοίνωσε σήμερα το κόμμα της, Più Europa . Υπήρξε μία από τις κορυφαίες φωνές που συνέβαλαν στο να καθιερωθεί η ΕΕ ως υπερασπιστής των ανθρωπίνων δικαιωμάτω και ηταν σε ένθερμη υποστηρίκτρια του ευρωπαϊκού φεντεραλισμού.
Διατελεσε βουλευτής, γερουσιαστής και υπουργός σε τρεις διαφορετικές θητείες – σε μια σταδιοδρομία που εκτεινόταν μεταξύ Βρυξελλών και Ρώμης. Ριζοσπάστρια φιλελεύθερη που αρνήθηκε να ενταχθεί στα στενά πλαίσια του παγιωμένου διαχωρισμού Αριστεράς-Δεξιάς στη χώρα της κέρδισε ς τον σεβασμό χωρίς να εγκαταλείψει τις ακτιβιστικές της καταβολές.
«Για μένα, η εξουσία μπορεί να είναι καλή ή κακή, ανάλογα με το πώς τη χρησιμοποιείς», δήλωσε η Μπονίνο. «Εξουσία σημαίνει να έχεις την ευθύνη να αλλάξεις τα πράγματα στο μέτρο των δυνατοτήτων σου», όπως αναφέρει το Politico.
Γεννημένη στην αγροτική περιοχή του Πιεμόντε, η Μπονίνο αποφάσισε να αφιερώσει τη ζωή της στον πολιτικό ακτιβισμό αφού υποβλήθηκε σε παράνομη άμβλωση το 1974 — μια εμπειρία που την ώθησε να ενταχθεί στο φεμινιστικό κίνημα και να ξεκινήσει διαδηλώσεις πολιτικής ανυπακοής.
Δύο χρόνια αργότερα, σε ηλικία 28 ετών, εξελέγη στο κοινοβούλιο με το Ριζοσπαστικό Κόμμα (Partito Radicale), έναν σχηματισμό που συνδύαζε τον φιλελευθερισμό με την αριστερά. Νέα, γυναίκα και ριζοσπάστρια, αρνήθηκε να προσαρμοστεί στο κατεστημένο, χρησιμοποιώντας την αίθουσα του κοινοβουλίου ως βήμα για εκστρατείες υπέρ της νομιμοποίησης των αμβλώσεων και του διαζυγίου, της κατάργησης της πυρηνικής ενέργειας και του διαχωρισμού κράτους και εκκλησίας στην Ιταλία.
Η Μπονίνο έμαθε γρήγορα να αξιοποιεί τις δυναμικές ισχύος της Ένωσης, χρησιμοποιώντας την ιδιότητά της ως ευρωβουλευτή για να επεκτείνει τη δράση της για τα ανθρώπινα δικαιώματα σε παγκόσμιο επίπεδο, ενώ συνελήφθη επανειλημμένα κατά τη διάρκεια εκστρατειών εκτός των συνόρων του μπλοκ.
Δυναμική, άμεση, αθυρόστομη Επίτροπος
Μετά τις εκλογές του 1994 στην Ιταλία, ο Σίλβιο Μπερλουσκόνι χρειαζόταν τη στήριξη του Ριζοσπαστικού Κόμματος για να αναλάβει την πρωθυπουργία. Σε αντάλλαγμα για τη στήριξη της παράταξης, συμφώνησε να την προτείνει για τη θέση της Ευρωπαίας Επιτρόπου της Ιταλίας.
Η Μπονίνο δήλωσε ότι αρχικά δεν ήταν ικανοποιημένη με τον διορισμό της σε έναν ρόλο που θεωρούσε «υπερβολικά γραφειοκρατικό». Επίσης, θεωρούσε το χαρτοφυλάκιό της —ανθρωπιστική βοήθεια, πολιτική προστασίας των καταναλωτών και αλιεία— ως «ψίχουλα». Ωστόσο, σύντομα άρχισε να εκτιμά τη θέση, διαπιστώνοντας ότι «οι ιδέες που υποστήριζα στον δρόμο και ως ακτιβίστρια μπορούσαν να προωθηθούν καλύτερα σε διακρατικό επίπεδο».
Η Μπονίνο αφοσιώθηκε στο ανθρωπιστικό έργο, ταξιδεύοντας σε εμπόλεμες ζώνες —όπως τα Βαλκάνια, η Ρουάντα και το Ζαΐρ— για να καταδείξει ότι η ΕΕ αντιμετώπιζε ενεργά κρίσεις πέρα από τα σύνορά της. Ο Ιταλός δημοσιογράφος Μάρκο Ζατερίν, ο οποίος διετέλεσε εκπρόσωπός της το 1995, δήλωσε στο POLITICO ότι η πρακτική της προσέγγιση και η προθυμία της να συνομιλεί «κυριολεκτικά με τον καθένα» προκαλούσαν έκπληξη και ερωτηματικά στις Βρυξέλλες.
«Δεν έμοιαζε καθόλου με τους Επιτρόπους που είχαν προηγηθεί», είπε. «Η ΕΕ δεν είναι ιδιαίτερα αγαπητή στον κόσμο, επειδή συχνά προβάλλει την εικόνα της μέσα από γραφειοκρατικά πρότυπα αποκομμένα από την πραγματικότητα στην οποία ζουν οι υπόλοιποι άνθρωποι· εκείνη, όμως, αποτελούσε το ακριβώς αντίθετο».
«Οι πολιτικοί τείνουν να θεωρούν τους εαυτούς τους θεούς», σημείωσε ο Ζατερίν, «αλλά εκείνη ήξερε να ακούει».
Ωστόσο, όταν η Μπονίνο έπαιρνε τον λόγο, ήταν άμεση και συχνά ασυγκράτητα επικριτική, στρέφοντας τα πυρά της κατά κυβερνήσεων που, κατά την άποψή της, αποτύγχαναν να αντιδράσουν σε κρίσεις, καθώς και κατά πρωτευουσών που συνέχιζαν να συναλλάσσονται με δικτατορικά καθεστώτα.
Όμως, αυτή της η «ευθύτητα» της δημιούργησε εχθρούς σε ολόκληρη την Ένωση, όπως ανέφερε ο Ζατερίν. Το ζήτημα αυτό πήρε διαστάσεις όταν η ΕΕ ενεπλάκη στον λεγόμενο «Πόλεμο του Καλκάνι» (Turbot War) με τον Καναδά το 1995, κατά τη διάρκεια του οποίου η Μπονίνο κατηγόρησε την Οτάβα για «πειρατεία», αφού οι καναδικές αρχές είχαν κατασχέσει ένα ισπανικό αλιευτικό σκάφος σε διεθνή ύδατα. Αργότερα αποκαλύφθηκε ότι οι ευρωπαϊκοί στόλοι, τους οποίους υπερασπιζόταν η Μπονίνο, επιδίδονταν σε υπεραλίευση και δήλωναν ψευδή στοιχεία για τις ποσότητες των αλιευμάτων.
Οι επικριτές της Επιτρόπου εξέφρασαν επίσης την ικανοποίησή τους όταν, το 1998, ξεκίνησε έρευνα για απάτη σχετικά με συμβάσεις ανθρωπιστικής βοήθειας ύψους 2,4 εκατομμυρίων ευρώ που είχαν ανατεθεί από την ΕΕ. Αν και οι ερευνητές δεν βρήκαν στοιχεία που να αποδεικνύουν την εμπλοκή της, η θητεία της Μπονίνο ως Επιτρόπου έλαβε άδοξο τέλος τον Μάρτιο του επόμενου έτους, όταν ολόκληρο το Σώμα των Επιτρόπων υπό τον Ζακ Σαντέρ παραιτήθηκε εν μέσω ευρύτερων καταγγελιών για απάτη και κακοδιαχείριση που αφορούσαν τη Γαλλίδα Επίτροπο Εντίθ Κρεσόν.
Ωστόσο, η Μπονίνο κατάφερε να συνεχίσει άμεσα το έργο της, καθώς επανεξελέγη στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο μόλις τρεις μήνες αργότερα.
Επέστρεψε τελικά στην ιταλική πολιτική σκηνή το 2006, αναλαμβάνοντας καθήκοντα υπουργού Ευρωπαϊκών Υποθέσεων στην κεντροαριστερή κυβέρνηση του Ρομάνο Πρόντι, προτού εκλεγεί αντιπρόεδρος της Γερουσίας. Αναδειχθηκε στο αξίωμα της υπουργού Εξωτερικών, το 2013, επί πρωθυπουργίας του Ενρίκο Λέτα.
Ο Ζατερίν σημείωσε ότι η Μπονίνο ήταν πάντα πρόθυμη να συνεργαστεί με κυβερνήσεις κάθε ιδεολογικής κατεύθυνσης, καθώς πίστευε ότι η συμμετοχή στην εξουσία τής έδινε περισσότερες πιθανότητες να προωθήσει τους σκοπούς που υπηρετούσε.
«Δεν υπήρξε ποτέ καιροσκόπος», δήλωσε. «Οι προτεραιότητές της ήταν οι σκοποί της»κατέληξε.



