Search
Η μάχη της «Ηλεκτρικής»

Η μάχη της «Ηλεκτρικής»

962

Ήταν Παρασκευή 13 Οκτωβρίου πριν από 74 χρόνια, το 1944, όταν γράφτηκε μία ακόμη «χρυσή» σελίδα στην ιστορία της χώρας με τη μάχη της Ηλεκτρικής.

Την προηγούμενη μέρα, Πέμπτη 12 Οκτωβρίου, μετά από 42 και πλέον μήνες ναζιστικής κατοχής η Αθήνα απελευθερώνεται από τους Γερμανούς, οι οποίοι δεσμεύονται ότι δεν θα πειράξουν καμία από τις κτιριακές υποδομές της πρωτεύουσας.

Δεν συμβαίνει όμως το ίδιο και για τον Πειραιά, όπου οι ναζί είναι αποφασισμένοι να μην τον εγκαταλείψουν και να φύγουν, αλλά να κάνουν το τελευταίο χτύπημά τους. Στόχος τους το εργοστάσιο της «Ηλεκτρικής» στο Κερατσίνι, το οποίο θα ανατίναζαν, με κίνδυνο ο Πειραιάς και η Αθήνα να βυθιστούν για μήνες στο σκοτάδι, τα εργοστασία να μην δουλέψουν, το λιμάνι να υπολειτουργεί, ενώ τραμ και ΗΣΑΠ να παροπλιστούν.

Οι Έλληνες μαχητές όμως υποψιάστηκαν για το σαμποτάζ και τους περίμεναν. Εξάλλου από το πρωί της 12ης Οκτωβρίου ο Πειραιάς ταρακουνήθηκε από πολλαπλές εκρήξεις στο Τελωνείο, το Λιμεναρχείο, τον ΟΛΠ και αλλού.

Όπως γράφει όμως ο Δήμος Κερατσινίου-Δραπετσώνας στην ιστοσελίδα του «Η υποχώρηση των γερμανικών δυνάμεων ξεκίνησε από την Αθήνα και τον Πειραιά. Η Στρατιωτική Διοίκηση Αττικής βρισκόταν σε ετοιμότητα ώστε να διατηρηθεί η τάξη και να προφυλαχθούν τα δημόσια κτίρια. Η αστυνομία, η πυροσβεστική, εν ενεργεία αξιωματικοί και η χωροφυλακή, θα συνέβαλαν σε αυτή τη διαδικασία.

Σύμφωνα με τη διαταγή 158/10.10.1944 της Στρατιωτικής Διοίκησης Αττικής «περί μέτρων δια την εξασφάλισιν της τάξεως», ο φρούραρχος Πειραιά, σε συνοικίες «έξωθε της Κεντρικής ζώνης» όπως η Δραπετσώνα και η Κοκκινιά, μπορούσε να χρησιμοποιεί «Μονάδες του ΕΛΑΣ» για «την τήρησιν της τάξεως».

Οι δυνάμεις του 6ου Ανεξάρτητου Συντάγματος του ΕΛΑΣ -όπως αποτυπώνεται και στις μαρτυρίες του Κεπέση και του Κωτσάκη- ήταν σε επιφυλακή, γνωρίζοντας πως οι Γερμανοί είχαν ήδη προβεί σε εγκατάσταση εκρηκτικού μηχανισμού μέσω των φρεατίων στο λιμάνι του Πειραιά.

Το βράδυ της 11ης προς τη 12η Οκτωβρίου, δυνάμεις του ΕΛΑΣ απενεργοποίησαν τη συσκευή πυροδοτήσεως και τον κεντρικό εκρηκτικό μηχανισμό, αλλά εξακολουθούσαν να θεωρούν πιθανή την επίθεση στις μονάδες της βιομηχανικής ζώνης.

Νωρίς το απόγευμα της 12ης Οκτωβρίου, ο Σωτήρης Κυβέλος και ο Νίκανδρος Κεπέσης επισκέφθηκαν τη Διεύθυνση της Αστυνομίας στον Πειραιά –μετά από αίτημα του Στρατιωτικού Διοικητή Αττικής– όπου συνάντησαν δύο Συνταγματάρχες της Στρατιωτικής Διοίκησης Αττικής και βρετανούς αξιωματούχους για να συζητήσουν το θέμα της προστασίας της πόλης και των υποδομών της, μιας και όλες οι «πληροφορίες» ανέφεραν πως η γερμανική υποχώρηση δεν θα ήταν αντίστοιχη με της Αθήνας.

Σε έκθεση που συνέταξε και υπέγραψε την 1η Νοεμβρίου, η Διοίκηση του 6ου Ανεξάρτητου Συντάγματος Πειραιά -ο Σωτήρης Κυβέλος και ο Νίκανδρος Κεπέσης- ανέφεραν πολύ αναλυτικά τα όσα διαδραματίστηκαν στην Αστυνομική Διεύθυνση Πειραιά, τονίζοντας την εχθρότητα, την ανοργανωσιά, τη συνεχή αμφισβήτηση και τη διαρκή επιθετικότητα προς τον ΕΛΑΣ.

Τη στιγμή που η διοίκηση του συντάγματος ήταν καθηλωμένη σε «ατελείωτες» συζητήσεις, που δεν μπορούσαν να καταλήξουν σε κοινή στρατηγική απόφαση όλων των πλευρών, οι λόχοι του ΕΛΑΣ παρέμεναν σε ετοιμότητα και αντιμετώπισαν με επιτυχία τις γερμανικές επιθέσεις.

Στην ΚΟΠΗ, το στρατιωτικό εργοστάσιο στο κέντρο του συνοικισμού της Δραπετσώνας, η γερμανική φρουρά του μέχρι νωρίς το απόγευμα δεν είχε αποχωρήσει, με αποτέλεσμα ο λόχος της περιοχής νεκροταφείο Αναστάσεως-ΚΟΠΗ του Ι τάγματος του ΕΛΑΣ που είχε δημιουργηθεί τον Σεπτέμβρη να βρίσκεται σε επιφυλακή.

Μια πρώτη, μικρής έκτασης έκρηξη στο κτίριο του εργοστασίου προκάλεσε την άμεση κινητοποίηση του λόχου υπό τον φόβο της ανατίναξης του εργοστασίου. Ο λόχος μέσα σε λίγα λεπτά βρισκόταν έξω από το εργοστάσιο σε θέση μάχης, ενώ με τα χωνιά ζητούσαν από τους κατοίκους του συνοικισμού «να ξεσηκωθούν». Η γερμανική φρουρά έβαλλε κατά του ΕΛΑΣ και αντίστροφα για αρκετά λεπτά, όμως οι ΕΛΑΣίτες είχαν ήδη προσεγγίσει το προαύλιο του εργοστασίου και καλούσαν τη γερμανική δύναμη να παραδοθεί. Η «σαρωτική επίθεση» που ακολούθησε οδήγησε στην παράδοση και τη διάσωση του εργοστασίου. Στη μάχη σκοτώθηκαν οι Παναγιώτης Κοσμίδης, Παναγιώτης Μαυρομάτης και Ακρίτας Τοροσιάδης.

Λίγες ώρες αργότερα, τα ξημερώματα της 13ης Οκτωβρίου, διεξήχθη και η τελευταία μάχη του πολέμου, η μάχη για τη διάσωση του εργοστασίου της Ηλεκτρικής. Ο Πέτρος Μακρής πολέμησε στη μάχη αυτή και οι αναμνήσεις του, 70 χρόνια μετά, παραμένουν ζωντανές.

«Ο 1ος, ο 2ος και ο 3ος λόχος δώσαν μάχη στην Ηλεκτρική. Ο 1ος ήταν ακριβώς έξω από εργοστάσιο, στην Ευγένεια, ο 3ος λόχος του Ιωακειμίδη και ο 2ος λόχος μετά τη Λ. Δημοκρατίας. Όταν μιλάμε για λόχους του ΕΛΑΣ εννοούμε 25-30 άνδρες και αυτούς όχι πλήρως οπλισμένους, όμως υπήρχαν αρκετές χειροβομβίδες, όπλα λίγα, αυτόματα ένα. Όλα κρίθηκαν από τη στρατηγική. Αφήσαμε τους Γερμανούς και πέσανε μέσα στο πηγάδι. Εμείς στεκόμασταν στον λόφο, πάνω από το εργοστάσιο, δίπλα στον δρόμο που υπήρχε.

Οι Γερμανοί, νομίζοντας πως είναι πανίσχυροι, πέσανε στη γούβα έξω από το εργοστάσιο. Και εμείς ήμασταν από πάνω τους. Εμείς ήμασταν σε επιφυλακή όλη νύχτα από το προηγούμενο βράδυ. Ο Καλαποθάκος είχε συμφωνήσει με τον Γερμανό διοικητή του εργοστασίου ότι θα το εγκαταλείψουν χωρίς να το πειράξουν και εμείς δεν θα τους πειράζαμε, και πράγματι το απόγευμα [12 Οκτώβρη] έφυγαν. Όμως ο Κεπέσης δεν πίστευε, ότι έτσι απλά θα φεύγαν και μας είχε σε επιφυλακή μέχρι να φύγουν τελείως από την πόλη.

Στις 6 το πρωί (13 Οκτωβρίου) ακούσαμε μια έκρηξη στο Ικόνιο. Ανατίναξαν τα καζάνια στο Ικόνιο. Αμέσως καταλάβαμε πως είχε δίκιο ο καπετάνιος, πήραμε τα όπλα στα χέρια και περιμέναμε. Λίγο μετά, τους είδαμε να πλησιάζουν, τους αφήσαμε, τους αφήσαμε να πέσουν στη γούβα.

Στις 6.45 εμφανίστηκε το γερμανικό απόσπασμα που είχε ανατινάξει τη Shell και το οποίο είχε λάβει τη διαταγή να καταστρέψει τα εργοστάσια του Αγίου Γεωργίου και του Νέου Φαλήρου, όπως ομολόγησε αργότερα ο επικεφαλής Γερμανός Χανς Λίντερμαν που συνελήφθη αιχμάλωτος.

Το απόσπασμα ανήκε στο ειδικό επί των ανατινάξεων τμήμα του Μηχανικού των Es Es. Αποτελείτο από 56 άνδρες βαριά οπλισμένους με αυτόματα και τέσσερα μηχανοκίνητα πολυβόλα. Μόλις οι Γερμανοί πλησίασαν την πύλη του εργοστασίου, ο σκοπευτής Χρήστος Φερούσης πυροβόλησε μέσα από το εργοστάσιο τον οδηγό του πρώτου οχήματος, υποχρεώνοντας τη φάλαγγα να ακινητοποιηθεί κοντά στο γεφυράκι. Αμέσως μια χειροβομβίδα ανατίναξε ένα από τα γερμανικά οχήματα. Αιφνιδιασμένοι οι Γερμανοί δέχτηκαν καταιγιστικά πυρά από μια απόσταση περίπου εξήντα-εκατό μέτρων, που προερχόταν από όλες τις κατευθύνσεις.

Τη δύναμη του εργοστασίου, τους εργαζόμενους, τους είχαμε ενισχύσει με μια ομάδα δική μας, από τον ΕΛΑΣ, με παιδιά καλά, έμπειρα. Τους πολλούς τους φάγαμε τότε.

Κατεβήκαν βιαστικά και χαμένοι τότε από τα αυτοκίνητα και ξεκίνησε η μάχη, που κράτησε πολύ, πάνω από δυο ώρες, και είχαμε πρόβλημα, γιατί εμείς δεν είχαμε όπλα ενώ αυτοί είχαν αυτόματα όλοι».

Εκμεταλλευόμενοι την τοπογραφία του εδάφους και τη βεβαιότητα του καπετάνιου τους, ότι θα πραγματοποιηθεί γερμανική επίθεση, οι μαχητές του ΕΛΑΣ διέσωσαν το εργοστάσιο της Ηλεκτρικής. Στην τελευταία αυτή μάχη σκοτώθηκαν οχτώ μαχητές του ΕΛΑΣ, ο Νίκος Γεωργιάδης, ο Γιώργος Γκιόρδας, ο Ιωάννης Ηλιόπουλος, ο Αντώνης Καλαποθάκος, ο Ανδρέας Κουνούπας, ο Δημήτρης Μαργαρώνης ο Γρηγόρης Μεγγίσογλου και ο Συρίγος Παπάζογλου.

Από την πλευρά των Γερμανών οι απώλειες ήταν: 11 νεκροί, 21 τραυματίες και 24 αιχμάλωτοι, που παραδόθηκαν τις επόμενες μέρες στους Βρετανούς.

Τα όπλα, τα πυρομαχικά και οι εκρηκτικές ύλες που είχαν μαζί τους οι Γερμανοί -12 βαρέα πολυβόλα, 4 ελαφρά, 50 τουφέκια, 20 πιστόλια, 300 χειροβομβίδες, 50.000 φυσίγγια, 20 τεμάχια εκρηκτικές ύλες- επιβεβαιώνουν την πρόθεσή τους να ανατινάξουν το εργοστάσιο, αλλά και άλλες μονάδες της περιοχής.

Για να τιμήσει τη μάχη της «Ηλεκτρικής» ο Δήμος Κερατσινίου -Δραπετσώνας διοργανώνει την Κυριακή το απόγευμα εκδήλωση μνήμης με ομιλίες και συναυλία στο εργοστάσιο ΑΗΣ Αγ. Γεωργίου στην Ιχθυόσκαλα Κερατσινίου.

Νεκτάριος Ανδριόπουλος

Print Friendly, PDF & Email



Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *