Συμβαίνει τώρα

ΤτΕ : Αύξηση 2,5% του ΑΕΠ για το 2024.Οι αδυναμίες και οι στρεβλώσεις της οικονομίας.

Διαφοροποιήσεις, όχι όμως ιδιαίτερα σημαντικές για τα βασικά μεγέθη της ελληνικής οικονομίας , καταγράφει η Τράπεζα της Ελλάδος στην ενδιάμεση έκθεση της για την νομισματική πολιτική που κατέθεσε στη Βουλή σε σχέση με την αντίστοιχη έκθεση που είχε υποβάλλει τον περασμένο Ιούνιο.

Η ενδιάμεση έκθεση της Τράπεζας της Ελλάδος που επιδόθηκε στον πρόεδρο της Βουλής περιορίζει τον ρυθμό ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας στο 2,5% το 2024 αντί στο 3% που προεξοφλούσε στην έκθεση του Ιουνίου ,ενώ για το 2025 ο ρυθμός ανάπτυξης προσδιορίζεται στο 2,3%. Οσον αφορά τη φετινή χρονιά η ανάπτυξη εκτιμάται στο 2,4% του ΑΕΠ αυξημένη κατά 3 δέκατα από τις προβλέψεις του Ιουνίου. Κινητήριες δυνάμεις για την ελληνική οικονομία τα επόμενα χρόνια θα συνεχίσουν να είναι ,όπως διαπιστώνει η ενδιάμεση έκθεση της ΤτΕ , η ιδιωτική κατανάλωση ,οι επενδύσεις και οι εξαγωγές τα τρία δηλαδή οικονομικά μεγέθη που καθορίζουν την εξέλιξη του εγχώριου πλούτου(ΑΕΠ).

Στο μέτωπο του πληθωρισμού η εκτίμηση της έκθεσης είναι ότι το 2023 θα περιοριστεί στο 4,1% από 3,9% που εκτιμά το οικονομικό επιτελείο της Κυβέρνησης ,ενώ για τα ερχόμενα χρόνια εκτιμά ότι στα συγκλίνει στα επίπεδα του 2% που επιδιώκει η Ευρωπαική Κεντρική Τράπεζα για την Ευρωζώνη.

ΟΙ ΑΔΥΝΑΜΙΕΣ ΚΑΙ ΟΙ ΣΤΡΕΒΛΩΣΕΙΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ 

Στην έκθεσή της η ΤτΕ επισημαίνει τις αδυναμίες και τις στρεβλώσεις που καταγράφονται στην ελληνική κοινωνία αλλά και το κράτος βάζοντας τροχοπέδη στην επιτάχυνση της Ελληνικής οικονομίας..Μεταξύ αυτών αναφέρονται..

-Τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια και το υψηλό ιδιωτικό χρέος

-Οι χρόνιες στρεβλώσεις στην αγορά εργασίας

-Η χαμηλή διαρθρωτική ανταγωνιστικότητα της οικονομίας

– Η εκτεταμένη φοροδιαφυγή και η γραφειοκρατία

– Η αναποτελεσματικότητα που εξακολουθεί να υπάρχει στις μεταβιβάσεις ακινήτων, στο χωροταξικό σχεδιασμό, στην ολοκλήρωση του Εθνικού Κτηματολογίου και στον ψηφιακό μετασχηματισμό της δημόσιας διοίκησης.

*Ειδική αναφορά γίνεται και στη χαμηλή αποτελεσματικότητα και τις χρόνιες καθυστερήσεις εκδίκασης υποθέσεων από την ελληνική δικαιοσύνη. Σύμφωνα με στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής o χρόνος που χρειάζεται για την επίλυση αστικών διαφορών σε πρωτοβάθμια δικαστήρια συνέχισε να αυξάνεται, σε 728 ημέρες το 2021 από 637 ημέρες το 2019.

Θάνος Πασχάλης

 

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

ΟΛΕΣ ΟΙ ΕΙΔΗΣΕΙΣ